
Ενα πολύ ευαίσθητο και δυστυχώς πάντα επίκαιρο θέμα. Με αφορμή τον θάνατο της νεαρής Ιταλίδας αλλά και με άλλους που έχουν προηγηθεί το ερώτημα παραμένει.
Ευ-θανασία. Ο καλός θάνατος.
Είναι έγκλημα ή ευεργεσία?
Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να ζεί και να πεθάνει με αξιοπρέπεια.
Εχει όμως το δικαίωμα να ζητήσει να τερματισθεί η ζωή του όταν αυτή έχει χάσει την αξιοπρέπεια της είτε γιατί υποστηρίζεται μηχανικά μόνο είτε γιατί η παραμόρφωση είναι τέτοια που δεν επιτρέπει κανενός είδους φυσιολογική δραστηριότητα?
Εχει το δικαίωμα να θέλει να απαλλάξει τους συγγενείς του απο το μαρτύριο του να τον βλέπουν να αργοπεθαίνει χωρίς να μπορούν να του προσφέρουν καμμία βοήθεια?
Γιατί είναι νόμιμο να πεθαίνει κάποιος με θανατηφόρα ένεση στη ποινή θανάτου παρά τη θέληση του και δεν είναι νόμιμο όταν είναι με την θέληση του?
Από την άλλη,όταν έχουν αναφερθεί πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που παρά τις ιατρικές γνωματεύσεις έχουν συνέλθει από κώμα πολλών χρόνων, ποιός έχει το δικαίωμα να τους στερήσει αυτή την πιθανότητα?
Πολλοί φοβούνται ότι εάν νομιμοποιηθεί η ευθανασία μπορεί ν' αυξηθεί ο αριθμός των ανθρώπων που θα πεθάνουν για να απαλλαγούν οι συγγενείς απ' την φροντίδα.
Ακούγεται επίσης ότι η τεράστια αντίθεση στη νομιμοποίηση δεν προέρχεται τόσο απ' τη θρησκεία όσο απ' τα οικονομικά συμφέροντα αυτών που κερδίζουν απ' την πολύχρονη
παραμονή ασθενών στα νοσοκομεία.
Συγχωρήστε μου τις σκόρπιες σκέψεις κι ερωτήσεις, θα ήθελα πολύ ν'ακούσω τις δικές σας.
22 σχόλια:
συγγνώμη για το spam
αλλά ανοίγεις πολύ μεγάλο θέμα
ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ Εκτύπωση
12.12.05
eythanasia
Ελληνική απόδοση, Δρ. Μίνως Τυλλιανάκης
Το άρθρο που ακολουθεί είναι του Rίchard Η. Bube καθηγητή του τμήματος Θετικών Επιστημών & Μηχανικής του Πανεπιστημίου Stanford της Καλιφόρνιας. Η προσέγyιση είναι πολύπλευρη, ευφυής και εμπεριστατωμένη. Ωστόσο, το θέμα δεν εξαντλείται υπάρχουν κι άλλες θέσεις με επίσης ισχυρή επιχειρηματολογία.
Η λέξη σχηματίζεται από το πρόθεμα «ευ», που σημαίνει «καλώς» και τη λέξη «θάνατος». Η σύνδεσή τους στη λέξη «ευθανασία» υποδηλώνει το «θνήσκειν καλώς». Δεν μπορουμε, συνεπώς, να καταπιαστούμε με τα ηθικά προβλήματα που σχετίζονται με την ευθανασία, πριν γνωρίσουμε τι είναι «θάνατος» και πριν προσδιορίσουμε τι σημαίνει «θνήσκειν καλώς».
Ο αρχαίος Ιπποκρατικός όρκος δίνει την εντύπωση ότι αποκλείει μερικές μορφές ευθανασίας.
«Θα χρησιμοποιήσω την θεραπεία για να βοηθήσω τον άρρωστο σύμφωνα με τις ικανότητες και την κρίση μου, ποτέ όμως για να τον τραυματίσω ή να του προξενήσω κακό. Ούτε θα χορηγήσω σε κανέναν δηλητήριο όταν μου ζητηθεί να το κάμω, ούτε θα προτείνω κάτι τέτοιο».
Και η αρχαία αλλά και η σύγχρονη αντίληψη για τον γιατρό σχετίζεται με την «καλή» κατάσταση του αρρώστου, τόσο όταν ζει όσο κι όταν πεθαίνει. Το πρόβλημα, επομένως, προσδιορίζεται στο να αποφασίσει κανείς, ποιό είναι εκείνο που συνεισφέρει σ' αυτήν την «καλή» κατάσταση του ατόμου.
Προσδιορισμοί του θανάτου
Η συνηθισμένη δήλωση, «πέθανε», υπονοεί ότι ο θάνατος είναι γεγονός. Τη μια στιγμή ζούσε και την επόμενη στιγμή πέθανε. 'Ενας τέτοιος ορισμός είναι αρκετός για τις περισσότερες περιπτώσεις του παρελθόντος, αλλά, ακόμη και για μερικές του παρόντος. 'Ενα πλήθος ωστόσο συμβάντων, μας έχει αναγκάσει να συμπεράνουμε ότι ο θάνατος πρέπει να θεωρηθεί σαν μια διαδικασία κι όχι απλώς σαν γεγονός. Το πιο δραματικό, ίσως, απ' αυτά είναι η εξέλιξη της τεχνικής στις μεταμοσχεύσεις οργάνων. Σε μια τέτοια περίπτωση ο «δωρητής», πρέπει να είναι «αρκετά νεκρός» για να δικαιολογηθεί η αφαίρεση του οργάνου, αλλά «όχι αρκετά νεκρός», έτσι ώστε το όργανο να είναι ακόμη κατάλληλο για μεταμόσχενση. Μια ανάλογη εξέλιξη είναι η αυξηση των πολύ πλοκων τεχνικών που διατηρούν την βιολογική ζωή πολύ περισσότερο απ' ό,τι ήταν προηγουμένως δυνατόν, και σε μερικές περιπτώσεις, πολύ περισσότερο από την προφανή λήξη της ενσυνείδητης ζωής. Ο Nelson διακρίνει τέσσερα στάδια στη διαδικασία του θανάτου σύμφωνα με τα οποία επιλέγεται το κριτήριο επέλευσής του.
Πρώτο στάδιο: Ο κλινικός θάνατος.
Είναι εκείνος που συχνότερα συναντάται και ο ευκολότερος να εξακριβωθεί. Όταν η αναπνευστική και η καρδιακή λειτουργία παύσουν, τότε ο θάνατος έχει επέλθει. Είναι προφανές ότι ο κλινικός θάνατος είναι αναστρέψιμος, επειδή υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις ασθενών που ανένηψαν, ενώ είχαν θεωρηθεί κλινικά νεκροί. Υποτιθέμενες αναφορές της ζωής μετά το θάνατο που περιγράφονται σε σχετικά βιβλία, όπως το «Ζωή μετά τη Ζωή», αναφέρονται στον θάνατο με την έννοια του κλινικού θανάτου. Αν ένα μη αναστρέψιμο στάδιο του θανάτου είχε συμβεί τότε εκείνοι που περιγράφουν τις εντυπώσεις τους δεν θα είχαν ανανήψει ποτέ, ώστε να μας τις διηγηθούν.
Δεύτερο στάδιο: Ο θάνατος του εγκεφάλου. Είναι ευρέως γνωστό ότι αν ο εγκέφαλος στερηθεί το οξυγόνο για μια κριτική περίοδο, συμβαίνουν μη αναστρέψιμες μεταβολές που εμποδίζουν την ανάνηψη του ατόμου. Ο θάνατος τού εγκεφάλου μπορεί να χωριστεί σε δυο περιόδους: Πρώτα επέρχεται ο θάνατος των ανώτερων εγκεφαλικών λειτουργιών που ελέγχουν την συνείδηση κι ακολουθεί ο θάνατος των κατωτέρων εγκεφαλικών λειτουργιών που ελέγχουν το νευρικό σύστημα και τη λειτουργία της καρδιάς και των πνευμόνων.
Τρίτο στάδιο: Ο βιολογικός θάνατος. Ο βιολογικός θάνατος υπονοεί το μη αναστρέψιμο και μόνιμο τέλος της «σωματικής» ζωής.
Τέταρτο στάδιο: Ο κυτταρικός θάνατος. Ο κυτταρικός θάνατος υπονοεί τον οριστικό τερματισμό των διαδικασιών της ζωής στο συγκεκριμένο άτομο. Μερικά τμήματα του σώματος φθάνουν στο οριστικό τους τέρμα συντομότερα από τα άλλα.
Όσο καιρό ο άνθρωπος είναι ζωντανός, δηλαδή όχι «νεκρός», απαιτούνται ενέργειες που θα διαφυλάξουν τη ζωή του, όταν όμως αυτός πεθάνει υπάρχει ελευθερία κινήσεων, δυνατότητα αναγκαία στη διαδικασία των μεταμοσχεύσεων, για παράδειγμα. Εμφανίζεται, επομένως, προς εξέταση η καθοριστική ερώτηση, «πότε επέρχεται ό θάνατος;». Αναγνωρίζοντας ότι ο θάνατος είναι διαδικασία κι όχι συμβάν, η ερώτηση αυτή μετατρέπεται στην ακόλουθη: «Πότε οι προσπάθειες για την διατήρηση της ζωής πρέπει να εγκαταλείπονται;»
Διάφορες προτάσεις έχουν αναπτυχθεί για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό.
1) Αφού το μη αναστρέψιμο στάδιο του θανάτου εντοπίζεται στην παύση των εγκεφαλικών λειτουργιών, τότε η παύση αυτή είναι το κριτήριο για την επέλευσή του. Η δοκιμασία της εγκεφαλικής λειτουργίας γίνεται με το ηλεκτρεγκεφαλογράφημα (ΗΕΓ) και επομένως ένα ΗΕΓ που η γραμμή του θα είναι ευθεία (επίπεδη) ανεξάρτητα από το χρόνο, είναι το κριτήριο του θανάτου. Αν κι η ανάνηψη είναι σπανιότατη μετά από καταγραφή επίπεδού ΗΕΓ που είναι απόρροια πρωτογενούς βλάβης , ανάνηψη αρρώστων μετά από λήψη ορισμένων φαρμάκων, που είχαν σαν αποτέλεσμα την επιπέδωση του ΗΕΓ, είναι φαινόμενο συχνό.
2) Μια δεύτερη πρόταση περιλαμβάνει περισσότερα συμπτώματα του θανάτου από ένα επίπεδο ΗΕΓ μόνον. Εκτός αυτού, λαμβάνει υπόψη όλα τα κριτήρια του κλινικού θανάτου, την απουσία αντανακλαστικών και οποιασδήποτε ανταπόκρισης σε ερεθίσματα. Όλες αυτές οι ενδείξεις του θανάτου απαιτείται να παραμείνουν για 24 ώρες πριν ο θάνατος γίνει παραδεκτός.
3) Μια τρίτη και ακόμη πιο άκαμπτη άποψη υποβαθμίζει τη σημασία της εγκεφαλικής λειτουργίας θεωρώντας αντ' αυτής την συνολική παύση των λειτουργιών των διαφόρων τμημάτων και συστημάτων του σώματος, ως την απαραίτητη προϋπόθεση της παραδοχής του θανάτου.
Τα κριτήρια αυτά είναι κατ' ανάγκη εμπειρικά και φύσει βιολογικά. Δεν αναφέρονται σε άλλους προσδιορισμούς του θανάτου που μπορεί να είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο σημαντικοί, για την έννοια του ατόμου, συνολικά. Αλλοι τέτοιοι προσδιορισμοί αναφέρονται ιδιαίτερα στην αξία της ανθρώπινης ζωής που εκδηλώνεται στην προσωπική ύπαρξη: την αυτοσυνείδηση, τη δυνατότητα επικοινωνίας με άλλα άτομα και με τον Θεό και τη δυνατότητα σκέψης...
Χρειάζεται να αντιληφθούμε ότι η διαδικασία του θανάτου περικλείει πολύ περισσότερο από την απλή επικέντρωση στις βιολογικές διεργασίες. Ενασχόληση με τον βιολογικό θάνατο οδηγεί σε μεθόδους που διατηρούν την προσωπική ζωή. Τα δύο αυτά δεν συμβιβάζονται πάντοτε.
Η διατήρηση στη ζωή με κάθε δυνατό μέσο
Η πρακτική της ιατρικής είναι αναμφισβήτητα ανταπόκριση στη χριστιανική πρόσκληση για υπηρεσία. Όταν ο χριστιανός αντιμετωπίζει πόνο ή αρρώστια, δεν βρίσκεται ποτέ σε απορία ως προς το αν θα πρέπει να κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να σταματήσει τον πόνο και να θεραπεύσει την αρρώστια ή αν θα πρέπει να αφήσει να γίνει το θέλημα του Θεού χωρίς ιατρική παρέμβαση. Από την άλλη πλευρά υπάρχει σεβασμός προς κάθε μορφή ζωής, που έχει όμως τις ρίζες του περισσότερο στον μονιστικό πανθεϊσμό παρά στον βιβλικό χριστιανισμό. Θρησκείες με πανθεϊστικά στοιχεία έχουν τέτοιο σεβασμό προς κάθε ζωή, ώστε προσέχουν ιδιαίτερα να μην πατήσει κανείς ζωύφια και αφήνουν απείραχτα ζωντανά που το κρέας τους είναι απαραίτητο για τη ζωή.
Την σύμφυτη αυτή αξία κάθε δημιουργήματος την αναγνωρίζει και η Βίβλος σαν κάτι όμως που έχει σχεδιαστεί από τον Θεό για την εξυπηρέτηση των σκοπών Του. Μολονότι λοιπόν η βιολογική ζωή έχει την αξία της, υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ βιολογικής και προσωπικής ζωής. Η εντολή «ου φονεύσεις» είναι απαγορευτική του φόνου προσώπου κι όχι κάθε όντος. Επομένως, αν κι ο χριστιανός δεν διστάζει ποτέ προκειμένου να αντιμετωπίσει τον πόνο και την αρρώστια ως εχθρους που εισβάλλουν στην δημιουργία του Θεου, αναγνωρίζει, απ' την άλλη μεριά, την ανάγκη να διακρίνει μεταξύ προσωπικής και μη ζωής.
Ο ιατρικός κλάδος με την έντονη (και τόσο συχνά περιοριστική) επικέντρωσή του στην βιολογική βάση της υγείας αναγκάζεται συχνά, από την πρακτική αλλά και τον νόμο, να λαμβάνει υπ' όψη του τους λογικούς μόνο παράγοντες. Δοθείσης της τεχνολογικής δυνατότητας διατήρησης της βιολογικής ζωής, το ιατρικό προσωπικό είναι σχεδόν αναγκασμένο να χρησιμοποιήσει την τεχνολογία στο έπακρο υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ αρκετών ασθενών για την εφαρμογή του δεν θεωρείται παράγοντας ζωτικής σημασίας στη λήψη της απόφασης. Καθώς η ιατρική τεχνολογία προοδεύει, το πρόβλημα γίνεται περισσότερο καθοριστικό, πιθανόν να πλησιάζουμε στη μέρα που θα είμαστε σε θέση, αν το επιθυμούμε, να διατηρήσουμε την βιολογική ζωή, στις περισσότερες περιπτώσεις, πολύ πιο πέρα.από την παύση της προσωπικής ζωής.
Στο σημείο αυτό αντιμετωπίζουμε την άλλη άποψη μιας συνηθισμένης ερώτησης στην επιστημονική ηθική : Επειδή μπορούμε να κάνουμε κάτι, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να το κάνουμε; Η ερώτηση έχει δυο τυπικές απαντήσεις.
Η ερώτηση έχει δυο τυπικές απαντήσεις.
1) Τουλάχιστον μέσα σε ορισμένα όρια, μπορούμε και πρέπει κάνοντας χρήση της πλήρους υπευθυνότητάς μας, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η ικανότητα να το κάνουμε μας έχει δοθεί από τον Θεό και
2) Η ικανότητά μας να κάνουμε κάτι, μας υποχρεώνει, ως υπεύθυνοι οικονόμοι της δημιουργίας του Θεού, να κάνουμε υπεύθυνες επιλογές βάσει των ορίων της γνώσης μας-υπευθυνότητα που συχνά απαιτεί την αναστολή ορισμένων ενεργειών. Κι οι δυο απαντήσεις συχνά δίνονται και από μη χριστιανούς ερευνητές, γι' αυτό, επομένως, δεν προσδιορίζουν μόνο τις χριστιανικές αρχές.
Η διατήρηση του αρρώστου εν ζωή με κάθε δυνατό μέσο μπορεί επίσης να είναι, από πλευράς ιατρικού προσωπικού, έκφραση προσωπικού εγωισμού. Λέγεται ότι οι νοσοκόμες έχουν ένα απόφθεγμα: «Μην αφήνεις ποτέ τον άρρωστο να πεθάνει στη βάρδια σου». Επαγγελματικά, ο θάνατος αντικατοπτρίζει αποτυχία. Η διατήρηση, λοιπόν, στη ζωή με κάθε μέσο είναι έκφραση του επαγγελματικού εγωισμού, καθώς και των παραγόντων που σχολιάστηκαν προηγουμένως. Οι γιατροί χρειάζονται ένα κοινωνικό και νομικό περιβάλλον που να τους ενθαρρύνει στη φροντίδα για ευημερία του ατόμου στο σύνολό του, παρά να τους θέτει επαγγελματικά και νομικά εμπόδια στο δρόμο της εξέλιξης προς αυτή την κατεύθυνση.
Υπάρχουν, φυσικά, ευλογοφανή αίτια για τον ιατρικό κλάδο να «τα παρατήσει» και να μην διατηρήσει την ανθρώπινη ζωή σε όλες τις περιπτώσεις που δεν έχει οριστικοποιηθεί η διάγνωση. Η εμπιστοσύνη ανάμεσα στο γιατρό και τον άρρωστο βασίζεται στην βεβαιότητα ότι ο γιατρός θα κάνει οτιδήποτε μπορεί προκειμένου να διατηρήσει και να αποκαταστήσει την υγεία του αρρώστου του. Η ερώτηση που εγείρεται τελικά, είναι: Ποιος θα αποφασίσει πότε ο γιατρός πρέπει να εγκαταλείψει τις ξεχωριστές και ασυνήθιστες μεθόδους για παράταση της ζωής και να επιστρέψει στις συνηθισμένες, επιτρέποντας στα πράγματα «να πάρουν το δρόμο τους»; Η απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί από τον γιατρό μόνο, επειδή κάτι τέτοιο-θα έθετε ένα άδικο φορτίο επάνω του και θα υπονόμευε την εμπιστοσύνη στη σχέση γιατρού - αρρώστου. Αν ο άρρωστος ή η άρρωστη είναι διανοητικά ικανοί να πάρουν μια τέτοια απόφαση, εκείνοι είναι που δικαιούνται να έχουν την προτεραιότητα να αποφασίσουν. Η πρόσφατα εισαχθείσα πρακτική της διαμόρφωσης μιας «ζωντανής θέλησης» που δίνει το περίγραμμα των προσωπικών επιθυμιών πριν επέλθει η τελική φάση της αρρώστιας με διανοητική ικανότητα αμφισβητήσιμη, είναι μια προσπάθεια να γίνει αυτό απ' όλους αποδεκτό. Η εκτίμηση της διανοητικής ικανότητας, απουσία «ζωντανής θέλησης» δεν είναι εύκολη υπόθεση, και τελικά η απόφαση περνά σε διορισμένους αρμόδιους του ιατρικού κλάδου και/ή της κοινωνίας και στους συγγενείς του αρρώστου.
Παθητική Ευθανασία: Βοηθώντας τον άρρωστο να πεθάνει καλά
Προκειμένου να υιοθετηθεί αυτή η άποψη κατά την οποία η θεραπεία του άρρωστου κυριαρχείται περισσότερο από την επιθυμία να τον βοηθήσουμε να πεθάνει καλά, παρά από άκαρπες προσπάθειες να διατηρηθεί στη ζωή, πρέπει να υπάρχει η βεβαιότητα ότι ο επερχόμενος θάνατος είναι η μοναδική εξέλιξη που αναμένει το ιατρικό προσωπικό. Αυτό πρέπει να θεωρείται ως αναπόδραστο τελικό στάδιο κάθε ανθρώπινης ύπαρξης κι όχι ως αποτυχία των ιατρών. Η υιοθέτηση αυτής της άποψης δεν σημαίνει ότι ο άρρωστος πρέπει συνεπώς να πεθάνει, επειδή, τάχα η θεραπευτική ικανότητα του Θεου έχει κατά κάποιο τρόπο μειωθεί, αλλά απλώς, ότι από πλευράς ιατρικής, δεν είναι δυνατή η αποκατάσταση της υγείας του άρρωστου.
Η επιθυμία να βοηθήσουμε κάποιον να πεθάνει καλά, σε αντίθεση με την διατήρησή του εν ζωή με κάθε δυνατό μέσο, μεταβάλλει εντυπωσιακά τους τρόπους θεραπείας που αποφασίζονται. Πολλές από τις τεχνικές παράτασης της ζωής στην περίπτωση μοιραίας νόσου, έχουν σαν αποτέλεσμα την διατήρηση της βιολογικής ζωής αλλά την καταστροφή της προσωπικής. Ο άρρωστος, αντί να βρίσκεται σε μια φιλική ατμόσφαιρα, περιβαλλόμενος απ' αυτους που αγαπάει, είναι απομονωμένος σ' ένα αποστειρωμένο νοσοκομειακό δωμάτιο, στερημένος κάθε προσωπικής επικοινωνίας, ερχόμενος σ' επαφή μόνο με πολυάσχολους απρόσωπους τεχνικούς από την μια και με φάρμακα και ιατρικές συσκευές με τους σωλήνες τους, τις βελόνες, τους καθετήρες κλπ., απ' την άλλη, που μετατρέπουν τον άρρωστο σε μια βιολογική μάζα χωρίς αξιοπρέπεια, ικανότητα έκφρασης ή προσωπικές σχέσεις.
Για να βοηθήσουμε τον άρρωστο να πεθάνει καλά, πρέπει να γνωρίζουμε και να σεβόμαστε τις επιθυμίες του. Σ' αυτό το κρίσιμο στάδιο, το βιολογικό δεν πρέπει να διαχωρίζεται από το προσωπικό. Υπερβολικός σεβασμός της βιολογικής ζωής που μας οδηγεί στα άκρα προκειμένου να την διατηρήσουμε, μας εμπλέκει στην πραγματικότητα σε επιβλαβείς για τον άρρωστο ενέργειες.
Η διαδικασία αυτή, κατά την οποία βοηθιέται ο άρρωστος να πεθάνει καλά, με σεβασμό των επιθυμιών του και χωρίς κατ' ανάγκη να γίνεται χρήση ειδικών μέσων προκειμένου να διατηρηθεί στη ζωή, ονομάζεται «παθητική ευθανασία». Αποκαλείται «ευθανασία» , επειδή δεν χρησιμοποιούνται ειδικά μέσα για παράταση της ζωής. Κι αποκαλείται «παθητική», γιατί δεν χρησιμοποιούνται ειδικά μέσα για συντόμευση της ζωής. Αυτή η διάκριση παραβλέπει το γεγονός πως όταν δεν λαμβάνονται μέτρα για παράταση της ζωής, στην ουσία είναι σαν να λαμβάνονται μέτρα για συντόμευσή της. Οι προσπάθειες, επομένως, να γίνει σαφής διαχωρισμός μεταξύ «παθητικής» κι «ενεργητικής» ευθανασίας, είναι ίσως χωρίς σημασία.
Εάν έχει τεθεί η διάγνωση της μοιραίας κατάληξης, πριν ο ασθενής εισαχθεί σε θεραπεία με ειδική τεχνολογία, η απόφασή του να μην δεχτεί τη θεραπεία ή η ανάλογη απόφαση των συγγενών για λογαριασμό του, θεωρείται σαν παράδειγμα παθητικής ευθανασίας και ανήκει στα δικαιώματα του αρρώστου. Εάν, ωστόσο, ο άρρωστος έχει ήδη τεθεί σε θεραπεία με ειδικά φάρμακα και/ή μηχανήματα τη στιγμή που τίθεται η διάγνωση της μοιραίας κατάληξης, η«αποσύνδεση του μηχανήματος» στη συνέχεια μπορεί να θεωρηθεί σαν περίπτωση ενεργητικής ευθανασίας, με τον ασθενή υποκείμενο στην κατηγορία της αυτοκτονίας και εκείνους που τυχόν πήραν την απόφαση αυτή για λογαριασμό του, υποκείμενους στην κατηγορία της ανθρωποκτονίας. Από την εξέταση των δυο περιπτώσεων φαίνεται να μην υπάρχει θεμελιώδης ηθική διαφορά ανάμεσα στους δυο τύπους ενεργειών και παρόλο που ο δεύτερος έχει αναμφισβήτητα περισσότερες ψυχολογικές περιπλοκές, άλλοι λόγοι που τυχόν τον καθιστούν λιγότερο αποδεκτό από τον πρώτο μοιάζουν αβάσιμοι.
Μια άλλη μεγάλη, ασαφής περιοχή μεταξύ παθητικής και ενεργητικής ευθανασίας, προβάλλει σε περιπτώσεις χορήγησης φαρμάκων για ανακούφιση ή μείωση των πόνων σε περίπτωση μοιραίας νόσου, όταν είναι γνωστό ότι τα βιολογικά αποτελέσματα των φαρμάκων θα μειώσουν την διάρκεια ζωής δραστικά. Και πάλι η διάκριση μεταξύ διατήρησης της βιολογικής ζωής και συντήρησης της προσωπικής είναι πρωταρχικής σημασίας, χωρίς να σημαίνει πως κάτι τέτοιο είναι πάντα ευκολο να γίνει. Ιδιαίτερα αταίριαστη είναι η άρνηση χορήγησης αναλγητικού, επειδή τούτο προκαλεί εθισμό. Αν η φροντίδα για το άτομο ως σύνολο, δηλαδή ανακούφιση από σοβαρούς πόνους και δυνατότητα προσωπικής ύπαρξης, μπορεί να προαχθεί με τη χρήση φαρμάκων που μειώνουν τη διάρκεια ζωής, δεν πρέπει να υπάρχει ηθική απαγόρευση εναντίον αυτής, εφ' όσον κάτι τέτοιο επιλεγεί από τον άρρωστο.
Ενεργώντας σκόπιμα για τον τερματισμό της ζωής (Ενεργητική Ευθανασία)
Η τρίτη μείζων εκλογή στο φάσμα της ευθανασίας είναι η σκοπιμότητα ενεργειών που τερματίζουν τη ζωή, στην περίπτωση μοιραίας νόσου, ανεξάρτητα αν αυτό αφορά κάποιον που αυτοπυροβολήθηκε ή άλλον που έκανε υπέρβαση της δόσης σε ναρκωτικά χάπια ή κάποιον που δέχτηκε ένεση με δηλητήριο από άλλο πρόσωπο μετά από αίτησή του.
Ο σκόπιμος τερματισμός της ζωής είναι χωρίς αμφιβολία ένα ιδιαίτερα σοβαρό θέμα. Η αυτοκτονία γενικά μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο με το σκεπτικό ότι κάθε άτομο έχει την απόλυτη εξουσία ως προς την διάθεση της ζωής του. Αυτό δεν είναι αληθές ακόμη και για τις ανθρώπινες μόνο σχέσεις, καθώς η ζωή του ενός επηρεάζει τις ζωές πολλών άλλων, αλλά πολύ περισσότερο δεν είναι αληθές επειδή η απόλυτη εξουσία επάνω σε κάθε ύπαρξη ανήκει στον Θεό. Η ερώτηση, ωστόσο, που πρέπει να απαντηθεί είναι αν στέκει ηθικά να ταυτίζεται η εθελούσια ευθανασία με την αυτοκτονία. Δεν υπάρχουν, αλήθεια, μερικές ειδικές περιπτώσεις, στις οποίες η εθελούσια ευθανασία κατευθύνεται από την επιθυμία να σωθούν οι αγαπημένοι μας από παρατεταμένο προσωπικό πόνο και οικονομική επιβάρυνση που τοποθετεί έτσι την ευθανασία στην κατηγορία της προσφοράς μιας ζωής αντί άλλων;
Αν και καθένας καταδικάζει κάθε σχήμα με το οποίο οι άρρωστοι που πρόκειται να καταλήξουν οδηγούνται στο θάνατο, παρά τη θέλησή τους, προκειμένου να σωθεί η κοινωνία από την ταλαιπωρία και το κόστος για τη φροντίδα τους, είναι εξίσου σωστό να αποδώσει κανείς τις ίδιες κατηγορίες για ανθρωποκτονία ή δολοφονία σε κείνο τον φίλο που συνεργάζεται με τον άρρωστο που πεθαίνει εφοδιάζοντάς τον με τα απαραίτητα μέσα για τον τερματισμό της ζωής του ή και ενδίδει στις εκκλήσεις του φίλου του που πεθαίνει ενεργώντας έτσι ώστε να τερματίσει τη ζωή του; Παρόλο που υπερασπιζόμαστε σθεναρά την ιερότητα της ανθρώπινης ζωής και γενικά είμαστε σταθερά αντίθετοι σε κάθε απόπειρα παραβίασής της, δεν υπάρχουν περιθώρια κατανόησης, συμπόνοιας και συγνώμης για κείνον που δεν αντέχει να βλέπει τη γυναίκα του να υποφέρει και που συγκατανεύει στην έκκλησή της να την βοηθήσει να πεθάνει καλά; Με δεδομένες αυτές τις ειδικές συνθήκες, είναι στ' αλήθεια ηθικά ανώτερο να μην κάνεις τίποτε και ν' αφήνεις τον άρρωστο που πεθαίνει να υποφέρει;
Περίληψη
Οι δύσκολες ερωτήσεις που αναφέρονται σε θέματα σχετικά με τον τερματισμό της ζωής δίνουν έμφαση στη σημασία της διάκρισης μεταξύ απλής βιολογικής και γνήσιας ανθρώπινης προσωπικής ζωής. Η χριστιανική αντίληψη πρέπει να περιλαμβάνει ολόκληρο το άτομο φροντίζοντας, όσο γίνεται, για τη βιολογική και την προσωπική του υγεία για όσο διάστημα αυτό είναι δυνατόν, αναγνωρίζοντας όμως την σημασία της μέριμνας για το άτομο, ακόμη κι όταν η δυνατότητα θεραπείας του βιολογικου συστήματος δεν είναι πια δυνατή.
Η πραγματική συμμετοχή στην ευθανασία, δηλαδή η βοήθεια προς το άτομο να πεθάνει καλά, απαιτεί βαθειά γνώση των επιθυμιών και των συνθηκών ευημερίας του εν λόγο ατόμου. Απαιτεί επίσης απόλυτη κατανόηση της σχέσης του ανθρώπου αυτου με τον Θεό, χωρίς να υποβαθμίζει τη σημασία του θελήματος του Θεού, ο οποίος είναι ο Δημιουργός, ο Συντηρητής κι ο Λυτρωτής. Αυτές οι αλληλένδετες θέσεις οδηγούν στον καλύτερο τρόπο που υπάρχει για να μπορέσει το άτομο να υπομείνει τους φυσικούς και ψυχικούς πόνους μιας μοιραίας αρρώστιας, χωρίς να βιασθεί η συνείδησή του ή οι θεμελιώδεις θρησκευτικές επιλογές του.
Ωστόσο, δεν ανήκει ίσως στις ανθρώπινες προσπάθειες η σύνταξη ενός οδηγού ενεργειών, πλήρους και άκαμπτου, που θα αναλύει σε κάθε περίπτωση την σειρά των πράξεων που αρμόζουν σ' έναν χριστιανό.
Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Journal of the American Scientifίc Affiliation» και μεταφράστηκε, αφού δόθηκε η άδεια από τον συγγραφέα του.
http://www.cbc.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=28&Itemid=31
ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΜΕΣΩ ΤΡΙΤΟΥ
Αυτόχειρες σε ξένα χέρια
1. / 2.
ΔΙΑΤΑΓΕΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
Σφάξε με δούλε μου ν' αγιάσω
Μοναδική η πρόσφατη περίπτωση αυτοκτονίας μέσω τρίτου; Ασυνήθιστη οπωσδήποτε, αλλά όχι χωρίς τα απαραίτητα ιστορικά της προηγούμενα. Στο πέρασμα των αιώνων, οι επίδοξοι αυτόχειρες κατέφυγαν αρκετά συχνά στη βοήθεια ενός άλλου προσώπου προκειμένου να εγκαταλείψουν τα εγκόσμια. Κι αν δεν είναι πάντοτε εύκολο να διερευνήσει κανείς τα κίνητρα που οδηγούν σε αυτή την ιδιότυπη εκδοχή της αυτοκτονίας, είναι σίγουρο ότι κάποιες ομοιότητες πρέπει να συνδέουν όλες εκείνες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας άνθρωπος που έχει αποφασίσει να δώσει ένα τέλος στη ζωή του επιλέγει να "εκτελεστεί" από έναν τρίτο.
Γνωστή περίπτωση αυτοκτονίας αυτού του τύπου αποτέλεσε στην αρχαιότητα ο θάνατος του τυράννου της Κορίνθου Περίανδρου (6ος αι. π.Χ.). Σύμφωνα με την παράδοση που διέσωσε ο Διογένης Λαέρτιος, ο Περίανδρος κάλεσε δύο στρατιώτες και τους διέταξε να στήσουν ενέδρα σε έρημο εξοχικό σημείο, να σκοτώσουν τον πρώτο που θα περνούσε από εκεί και να τον θάψουν αμέσως. Είναι προφανές ότι ο πρώτος "περαστικός" ήταν ο ίδιος ο Περίανδρος που θανατώθηκε από τους στρατιώτες του. Οπως είχε διατάξει ο ίδιος, τέσσερις στρατιώτες έσπευσαν αμέσως στο σημείο του θανάτου του και σκότωσαν τους δύο εκτελεστές του. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε ακόμη μεγαλύτερος αριθμός στρατιωτών που δολοφόνησαν τους τέσσερις προηγουμένους. Ετσι, ο Περίανδρος πέτυχε να μείνει για πάντα άγνωστο το ακριβές σημείο στο οποίο είχε ταφεί.
Αν η παράδοση θέλει τον Περίανδρο, έναν από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, να αυτοκτονεί με αυτόν τον εξεζητημένο τρόπο, είναι βέβαιο ότι στην αρχαία Ελλάδα η αυτοκτονία αντιμετωπιζόταν με απολύτως απορριπτική διάθεση. Καθώς, όμως, τα κίνητρα που οδηγούν το άτομο στην αυτοκτονία δεν άφησαν ασυγκίνητη καμία κοινωνία, θα συναντήσουμε και κάποιες περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ίδιες οι αρχές αναλαμβάνουν το ρόλο του "διεκπεραιωτή" μιας αυτοχειρίας. Ενδεικτικό παράδειγμα η συνήθεια που κάποια στιγμή θεσμοθετήθηκε στη Μασσαλία: όποιος επιθυμούσε να αυτοκτονήσει και να μην υποστεί τις ατιμωτικές κυρώσεις που προβλέπονταν για τους αυτόχειρες, έπρεπε να παρουσιαστεί στη βουλή των εξακοσίων και να αναπτύξει τους λόγους που τον ωθούσαν στην απόφασή του. Αν η βουλή πειθόταν ότι οι λόγοι ήσαν επαρκείς, τότε του προσέφερε η ίδια το δηλητήριο με το οποίο θα αυτοκτονούσε.
Σε αντίθεση με τους Ελληνες που σπανίως ανέθεταν σε άλλο πρόσωπο την αυτοκτονία τους, οι Ρωμαίοι είχαν μια ιδιαίτερη προτίμηση σε αυτό το είδος θανάτου: Οταν το παιχνίδι της εξουσίας χανόταν τελειωτικά γι' αυτούς, οι ηγέτες της Ρώμης ανέθεταν συχνά τη θανάτωσή τους σε έμπιστο άτομο του περιβάλλοντός τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το άτομο αυτό δεν ήταν άλλο από τον προσωπικό τους δούλο, ο οποίος δεν είχε και τη δυνατότητα να εκφέρει γνώμη ή να αντιταχθεί στη θέληση του κυρίου του.
Οταν το 121 π.Χ. ο μεταρρυθμιστής Γάιος Γράκχος κατέφυγε στο ιερό άλσος των Ερινύων ξέροντας ότι έχει χάσει τη μάχη με τους αντιπάλους του, ζήτησε από τον πιστό του Φιλοκράτη να τον σκοτώσει. Ο Φιλοκράτης εκτέλεσε τη διαταγή και αμέσως μετά αυτοκτόνησε. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο ίδιος τύπος αυτοκτονίας θα οδηγούσε στο θάνατο τρία πρόσωπα που σημάδεψαν την ιστορία της εποχής τους: τον Βρούτο, τον Κάσσιο και τον Αντώνιο. Σύμμαχοι στη συνωμοσία κατά του Ιουλίου Καίσαρα, ο Βρούτος και ο Κάσσιος βρέθηκαν πάλι μαζί στη μάχη των Φιλίππων με αντιπάλους τον Αντώνιο και τον Οκτάβιο (42 π.Χ.). Προτού ακόμη τελειώσει η μάχη, ο Κάσσιος αντιλήφθηκε ότι η νίκη ήταν αδύνατη και διέταξε το δούλο του Πίνδαρο να τον σκοτώσει. Αλλά και ο Βρούτος δεν άντεξε την ήττα και αυτοκτόνησε πέφτοντας πάνω στο ξίφος του που το κρατούσε ένας έμπιστος φίλος. Η ίδια ακριβώς τύχη περίμενε και το νικητή Αντώνιο μία περίπου δεκαετία αργότερα, όταν ηττήθηκε στη ναυμαχία του Ακτίου. Μόνο που ο δούλος που πήρε την εντολή να τον σκοτώσει προτίμησε να βυθίσει το ξίφος στο δικό του στήθος. Ο Αντώνιος υποχρεώθηκε να αυτοκτονήσει χωρίς μεσολάβηση άλλου.
Στην περίπτωση της Ρώμης βρισκόμαστε επομένως μπροστά σε μια κοινότοπη τελετουργία θανάτου. Ακόμη και ο Νέρων δεν απέφυγε τη μοίρα αυτή: όταν το 68 μ.Χ. ένιωσε εγκαταλειμμένος από τους πάντες, βρήκε κι αυτός τη λύτρωση από τα χέρια του πιστού του απελεύθερου Επαφρόδιτου...
Οποιες, πάντως, κι αν υπήρξαν οι αντιλήψεις κάθε εποχής για τους αυτόχειρες, η αυτοκτονία την ώρα της μάχης αντιμετωπιζόταν ανέκαθεν με κατανόηση. Είναι βέβαιο ότι ο Δάντης περιλαμβάνει στους αυτόχειρες και καταδικάζει στην κόλαση εκείνους που φονεύθηκαν από τους εχθρούς τους, ενώ μπορούσαν να είχαν σωθεί. Οι ομαδικές, ωστόσο, αυτοκτονίες σε καιρό πολέμου δεν εμπίπτουν ασφαλώς στην κολάσιμη αυτή κατηγορία. Αντίθετα θεωρούνται ηρωικές πράξεις, ακόμη και όταν εκτελούνται μέσω τρίτου. Παράδειγμα το περιστατικό που αναφέρει ο Ιώσηπος στον "Ιουδαϊκό Πόλεμο", όταν κατά την άλωση της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους πολλοί πολιορκημένοι σκοτώθηκαν μεταξύ τους για να μην πέσουν στα εχθρικά χέρια.
Ο πόλεμος οδηγεί συχνά και στην πιο αποδεκτή εκδοχή αυτοκτονίας μέσω τρίτου: ο πληγωμένος φαντάρος εκλιπαρεί τους συντρόφους του να τον αποτελειώσουν και να μην το αφήσουν στο έλεος των εχθρών. Ας θυμηθούμε ενδεικτικά τον Μοσκώβ Σελήμ, τον τούρκο ήρωα του ομώνυμου διηγήματος του Βιζυηνού, που τραυματίζεται κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου και ουρλιάζει στους δικούς του: "Αν είσαι λάτρης του Μωάμεθ του Προφήτη μας, τράβα και κόψε το κεφάλι μου! Εικοοσιπέντε χρόνια στρατιώτης του Σουλτάνου, πώς μ' απαρνείσθε και μ' αφήνετε να πέσω ζωντανός στα χέρια των εχθρών μου;".
Οσο λοιπόν κι αν μοιάζει σπάνια, η αυτοκτονία μέσω εντολοδόχου αποτελεί πρακτική που συναντάται σε αρκετές ιστορικές περιστάσεις και αφορά τα πιο ετερόκλητα άτομα. Αρκεί και πάλι ένα παράδειγμα: Τη στιγμή που το Τρίτο Ράιχ κατέρρεε, ο Γκέμπελς δηλητηρίασε τα έξι παιδιά του και αυτοκτόνησε μαζί με τη γυναίκα του Μάγδα. Λέγεται ότι διέταξε τους στρατιώτες του να τους πυροβολήσουν...
Η αδιαφορία απαγορεύεται
Η υποψία ότι η μοιραία κίνηση ενός αυτόχειρα υπαγορεύεται συχνά από την αδιαφορία ενός τρίτου προσώπου ακόμη τροφοδοτεί μια παμπάλαιη συζήτηση: μπορούν να αποδοθούν ευθύνες σε κάποιον για την αυτοκτονία ενός άλλου; Η νομική εκδοχή του ζητήματος θα έθετε ενδεχομένως το ερώτημα κατά πόσον η περίπτωση αυτή θα μπορούσε να υπαχθεί στα άρθρα του Ποινικού Κώδικα που τιμωρούν την "παράλειψη παροχής βοήθειας προς τους κινδυνεύοντες". Ενδεικτικό είναι το άρθρο 307, παραλλαγές του οποίου θα συναντήσουμε στις περισσότερες ευρωπαϊκές νομοθεσίες, που προβλέπει την τιμωρία "όποιου με πρόθεση παραλείπει να σώσει άλλον από κίνδυνο ζωής αν και μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο της δικής του ζωής ή υγείας".
Ανεξάρτητα πάντως από τη νομική όψη του προβλήματος, η κοινωνική αντιμετώπιση του "υπευθύνου" μιας αυτοκτονίας συνιστά ένα ηθικό πρόβλημα που δεν έχει αφήσει αδιάφορες τις περισσότερες κοινωνίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αυστηρή αντιμετώπιση του αυτόχειρα μετριαζόταν στην αρχαιότητα από τον εντοπισμό του υπευθύνου -ή των υπευθύνων- της αυτοκτονίας του. Ετσι, η αυτοκτονία για έναν ανικανοποίητο έρωτα προκάλεσε ανέκαθεν τη συμπάθεια προς τον/την αυτόχειρα και την καταδίκη του/της εκάστοτε "υπεύθυνου ή "υπεύθυνης". Ο Δάντης, για παράδειγμα, κατατάσσει όσους αυτοκτόνησαν από έρωτα στον δεύτερο και όχι στον έβδομο κύκλο της Κόλασης. Εκεί βρισκόταν για παράδειγμα η Διδώ, επειδή ακριβώς η αυτοκτονία της είχε "χρεωθεί" στον Αινεία.
Δεν είναι όμως μόνο η άμεση, αλλά και η έμμεση ηθική αυτουργία σε μια αυτοκτονία που έχει κατά καιρούς καταδικαστεί κοινωνικά. Στον αιώνα μας, ο τύπος ή ο κινηματογράφος κατηγορήθηκαν επανειλημμένα ότι ωραιοποιούν την αυτοχειρία και ευθύνονται για κύμα αυτοκτονιών. Δεν πρόκειται για πρωτοτυπία: Στους "Βατράχους", ο Αριστοφάνης κατήγγελλε τον Ευριπίδη ότι με το έργο του ώθησε πολλές γυναίκες στην αυτοκτονία.
ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ
Η εξουσία του θανάτου
Τα ηθικά και φιλοσοφικά προβλήματα που θέτει η συζήτηση για την ευθανασία ή την αυτοκτονία μέσω τρίτου, έχει αναλύσει με αληθινά οξυδερκή και ευθύ τρόπο ο γάλλος ανθρωπολόγος Louis-Vincent Thomas, ο οποίος είναι ένας από τους πρώτους επιστήμονες που επιχείρησε να σπάσει το ταμπού του θανάτου στη δυτική κοινωνία.
"Μιλάμε για "αυτοκτονία υποβοηθούμενη" στις περιπτώσεις που ο ασθενής ζητά και ικετεύει να τον ανακουφίσουμε δια μέσου παυσίπονων φαρμάκων, τα οποία ενέχουν τον κίνδυνο να επισπεύσουν το τέλος του. Ο όρος "ιατρο-θανασία" περιγράφει το σύνολο των φροντίδων, όπου η θεραπεία της ασθένειας παραχωρεί βαθμιαία τη θέση της στα φάρμακα που απαλύνουν την επιθανάτια αγωνία. Οταν εγκαταλείπονται εξολοκλήρου η θεραπευτική νοσηλεία και η διαδικασία της ανάνηψης, τότε καταλήγουμε στην "παθητική ευθανασία". Και όταν, από οίκτο, παρεμβαίνει κάποιος και σταματά τη ζωή, τότε μιλάμε για "ενεργητική ευθανασία". Ομως αυτή η διάκριση παθητική-ενεργητική μήπως υποκρύπτει μια απάτη, μια υποκρισία; Συνήθως λένε ότι η ενεργητική ευθανασία προσφέρει το θάνατο ενώ η παθητική εμποδίζει τη συνέχεια της ζωής. Η διάκριση ανάμεσα στις δυο εκδοχές πολλές φορές τίθεται με τρόπο καθαρά τεχνικό: "αν ανοίξουμε μια στρόφιγγα είναι πιο σοβαρό από να την κλείσουμε;" αναρωτιέται ο L.Schwartzenberg. (...)
Σε τελευταία ανάλυση, θα έλεγα ότι η παθητική ευθανασία δεν υπάρχει. Μπορούμε να πούμε ότι απέναντι στο πρόβλημα της ευθανασίας συναντούμε μια κατάσταση περιοριστική de jure, αλλά επιτρεπτική de facto. Στα νοσοκομειακά μας ιδρύματα, η μετατόπιση από την πεισματική θεραπεία στη λεγόμενη λαθραία ή υπόγεια ευθανασία, αυτή για την οποία δεν μιλούμε ποτέ, είναι πολύ συχνότερη απ' ό,τι φαντάζεται κανείς.
Ας είμαστε καθαροί. Σ' ό,τι αφορά τις πραγματικές πρακτικές, καταδικάζουμε τις δυο ακόλουθες συμπεριφορές που θεωρούμε απαράδεκτες: Αφενός μεν την επιδειξιομανή δημοσιοποίηση της ευθανασίας από γιατρούς-σταρ, και αφετέρου τη σκοτεινή δραστηριότητα που μένει στα χέρια κάποιων γιατρών οι οποίοι είτε είναι πολύ σίγουροι για τον εαυτό τους και την εξουσία τους είτε ζουν υπό το βάρος ενός μεγάλου φόβου ή φέρουν μια τεράστια ενοχή, εξού και η αντίδραση της φυγής. Η υπόγεια ή λαθραία ευθανασία (ωραίοι ευφημισμοί) ισοδυναμεί με μια ρητή διαχείριση του θανάτου με βάση τη διακριτική εξουσία του γιατρού, συνήθως εν αγνοία του ασθενούς (αυτός, μαντεύει καμιά φορά αυτό που πρόκειται να του συμβεί και αντιδρά).
Με το δίλημμα της ευθανασίας βρισκόμαστε στην καρδιά του προβλήματος που θέτει ο σύγχρονος πολιτισμός: η δουλεία ως προς τις τεχνικές και η χρεοκοπία των ευθυνών. Σε όλους τους τομείς υπάρχει πάντα ένας ειδικός και μια ειδική αντιμετώπιση για να λύσουμε όλα τα κακά. Μόλις άρθηκε το ταμπού του σεξ, η σεξολογία αναλαμβάνει την ισορροπία του ζεύγους. Πότε άραγε θα μας απαλλάξει μια θανατολογία από την αγωνία και τον πόνο του θανάτου; Κατά παράδοξο τρόπο, το δικαίωμα στην ευθανασία, όπως και το δικαίωμα στην άμβλωση, έχουν την έννοια της διεκδίκησης μιας ισχυρής εξουσίας πάνω στη ζωή και το θάνατο. Φρίττουμε όταν αναλογιζόμαστε τα κριτήρια που είναι δυνατόν να προκαλέσουν αποφάσεις ευθανασίας σε ένα κράτος τεχνοκρατικό-αυταρχικό, ελιτιστικό και φασιστικό, παρόμοιο μ' εκείνα που συναντούμε συχνά στα διηγήματα επιστημονικής φαντασίας: θα επικρατήσουν άραγε οι ανθρωπιστικές στοχεύσεις ή θα κερδίσουν οι οικονομικές επιταγές και οι πολιτικές σκοπιμότητες, για να μην αναφερθούμε στις υποκειμενικές κρίσεις; Τίθεται μια τετραπλή ερώτηση: Πρέπει να το κάνουμε; Για ποιο λόγο; Αρκεί να το κάνουμε; Και πώς να το κάνουμε; Κανένας νόμος δεν μπορεί να δώσει απάντηση. Το μόνο σίγουρο είναι ότι σ' αυτό το πεδίο μένουν όλα να γίνουν τόσο στο επίπεδο των λαϊκών πεποιθήσεων, όσο και στο επίπεδο των θεσμών (εκκλησία, δικαιϊκό σύστημα, ιατρικός κόσμος, μέσα ενημέρωσης). Και πρέπει να κάνουμε γρήγορα, διότι συμβαίνουν καθημερινά πολλά σκάνδαλα σ' αυτό το χώρο, και τα χειρότερα είναι εκείνα που αποσιωπούνται.
Με μια λέξη, το να προκαλείς το θάνατο παραμένει ίσως ένα έγκλημα. Αν η πράξη αυτή είναι απλώς τεχνική και πραγματοποιείται στη φάση του τελικού κατευόδιου, τότε ίσως μετατρέπεται σε ένα έγκλημα από αγάπη. Κι αυτό μοιάζει κάπως με ένα ιερό καθήκον που θα 'πρεπε να μένει απροσπέλαστο σε κάθε δικαστική δίωξη. Αυτό που αρνούμαστε κατηγορηματικά είναι η αυταρχική ή γραφειοκρατική λαθραία πράξη και η παράκαιρη δημοσιοποίησή της από τους ίδιους τους δράστες οι οποίοι γίνονται βεντέτες των μέσων ενημέρωσης (και βέβαια έχουν πολλές φορές αναθέσει την πράξη στου υφισταμένους τους). Ομως το δικαίωμα του ασθενούς να πεθάνει με αξιοπρέπεια πρέπει να γίνεται απολύτως σεβαστό, όταν ο ίδιος το ζητεί χωρίς περιστροφές."
(Αποσπάσματα από το βιβλίο του Louis-Vincent Thomas "La mort en question", εκδόσεις L' Harmattan, Παρίσι 1991)
http://www.iospress.gr/ios1995/ios19950312b.htm
Άλλοτε η ευθανασία είχε την έννοια του καλού, του έντιμου, του ευτυχισμένου θανάτου, ή του ήρεμου, του αιφνίδιου χωρίς αγωνία και πόνους θανάτου, ή του ένδοξου, π.χ. για την Πατρίδα ή για την Πίστη, με την έννοια της θυσίας. Αυτή την έννοια γνώριζε ο κόσμος, με το «εύ-καλώς θνήσκειν», ως ευθανασία.
Αυτή είναι η χωρίς εισαγωγικά ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ!
Σήμερα, η λέξη ευθανασία σημαίνει κάτι το διαφορετικό. Ο Francis Bacon, (1561-1626) μετέφερε την ελληνική λέξη ευθανασία στην αγγλική γλώσσα (Euthanasia) με τη σημασία της «επισπεύσεως του θανάτου, για να τεθεί τέρμα σε μια ζωή γεμάτη πόνο και ταλαιπωρίες».
Ως «ευθανασία» νοείται σήμερα: «η ηθελημένη θανάτωση ανιάτου, με τη συναίνεσή του ή χωρίς αυτήν, προς ανακούφιση ή απολύτρωσή του από την επιθανάτια οδυνηρή αγωνία, από αφόρητους πόνους που τα υπάρχοντα θεραπευτικά μέσα αδυνατούν να καταπραϋνουν». Με άλλα λόγια, πρόκειται για «μέθοδο προκλήσεως του θανάτου για κάποιους λόγους».
Αυτή είναι η εντός εισαγωγικών ευθανασία!
Η «ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ»
(Η εντός εισαγωγικών)
Η «ευθανασία» προσφέρεται ή παρέχεται και τότε λέγεται «ενεργητική». Όταν όμως είναι αποτέλεσμα παραλείψεως ή αποσύρσεως θεραπευτικών προσπαθειών χαρακτηρίζεται ως «παθητική». Σ’αυτήν ο άνθρωπος αφήνεται να πεθάνει.
Το ποιός και πως παίρνει την απόφαση, είναι ένα μεγάλο θέμα, τα δημιουργούμενα δε προβλήματα δυσεπίλυτα.
Οι περιπλοκές αναδεικνύονται από την παράθεση των ειδών αυτής της «ευθανασίας»:
Η ενεργητική ευθανασία
Διακρίνεται σε: α) εκούσια και β) ακούσια, Την εκούσια τη ζητά ο ίδιος ο άρρωστος. Την ακούσια όχι. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για εσκεμμένη ή προμελετημένη ενέργεια τερματισμού της ζωής ενός προσώπου.
Α. Την εκούσια την εφαρμόζει αυτός που θέλει να θέσει τέρμα στη ζωή του, μόνος του ή με τη βοήθεια κάποιου άλλου. Στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται περί «ευθανασίας δι’αυτοκτονίας». Στη δεύτερη πρόκειται για πράξη «συμμετοχής σε αυτοκτονία».
Η εκούσια ευθανασία εκτελείται με τη λήψη από τον ίδιο ή τη χορήγηση από κάποιον άλλο, μιας κάποιας ουσίας σε δόση τέτοια ώστε «να επιφέρει τον θάνατο γρήγορα και χωρίς ταλαιπωρίες. Η προσφορά όμως τέτοιας «βοήθειας», ως πράξη «συμμετοχής σε αυτοκτονία», τιμωρείται κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 300, 301 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα (Π.Κ.) με βαριές ποινές, ως «φόνος εκ προμελέτης».
Εκτελείται η ενεργητική εκούσια ευθανασία και με συσκευή παροχής δηλητηριώδους ουσίας, το «κουμπί» της οποίας πατά... (ή τη «στρόφιγγα» χειρίζεται) ... «ο αυτόχειρ».
Στην εκούσια ενεργητική ευθανασία υπάγεται και η: Η θελημένη ευθανασία για ψυχολογικούς ή ψυχιατρικούς λόγους. Ακόμα και για κατάθλιψη. Η κατάθλιψη, βεβαίως, - όπως και πλήθος από ψυχιατρικά νοσήματα- είναι θεραπεύσιμη.
Ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία οδηγούν σε «απόγνωση», προκύπτουν σε πλήθος κόσμου κάθε μέρα. Και σε όλους μας, που κάποια στιγμή μπορεί να είπαμε ότι... «δεν τη θέλουμε την τέτοια ζωή». Όμως, «πέρασε» η στιγμή εκείνη και πολλές άλλες. Ενώ η «απόγνωση» δεν αποτελεί «καλό σύμβουλο» για μιά «τόσο σοβαρή απόφαση». Τα παραδείγματα, είναι άπειρα! Κάποιοι ακόμη, αυτοκτονούν με τη σκέψη ότι «προσφέρουν στον στον εαυτό τους ευθανασία» διότι φοβούνται ή νομίζουν ότι... «πάσχουν από ανίατη και βασανιστική, κατά τα επόμενα στάδιά της, ασθένεια». Με την... «για ψυχολογικούς ή ψυχιατρικούς λόγους ευθανασία», όμως, δημιουργούνται και «πολλά επικίνδυνα μονοπάτια».
Β. Στην ακούσια ενεργητική ευθανασία ο θάνατος «προσφέρεται από συγγενή ή φίλο ή από γιατρό» σε κάποιον, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του, ή σε περίοδο που δεν μπορεί ένα τέτοιο πρόσωπο να εκφράσει ή να διτυπώσει αντίθετη επιθυμία. Κατά τον νόμο, πρόκειται για «ανθρωποκτονία εκ προθέσεως» και τιμωρείται δια της ποινής του θανάτου ή της ισόβιας κάθειρξης, κατά το άρθρο 299 του Π.Κ.
Η παθητική ευθανασία
Η «ευθανασία» η οποία χαρακτηρίζεται ως «παθητική» εκτελείται με «παραλείψεις» ή «απόσυρση» θεραπευτικών φροντίδων ή προσπαθειών με φάρμακα ή μηχανήματα υποστηρίξεως βασικών λειτουργιών της ζωής.
Τα προβλήματα γύρω από το ποιός και πως αποφασίζει είται τεράστια και πολλές φορές αξεπέραστα.
Τύποι παθητικής ευθανασίας
Είναι: α) δια της μη ανανήψεως, β) η «εθελοντική ευθανασία» (Living Will) και, γ) η εφαρμοζόμενη στις Μονάδες Εντατικής θεραπείας (Μ.Ε.Θ.).
Είναι όμως ο άρρωστος, και μάλιστα στις συνθήκες υπό τις οποίες εισάγεται στο Νοσοκομείο, επαρκώς και καταλλήλως ενημερωμένος, ώστε να γνωρίζει επακριβώς περί τίνος πρόκειται; Είναι τόσο νηφάλιος ή ανεπηρέαστος από τους φόβους του εξαιτίας αυτού από το οποίο πάσχει ή νομίζει ότι πάσχει; Ή μήπως υπογράφει χωρίς καν να ρίξει μια ματιά σ’αυτά που βάζει την υπογραφή του, επειγόμενος μάλιστα να βρεθεί μιά ώρα γρηγορότερα στο κρεβάτι του, δια την ιατρική βοήθεια από την οποία τόσα προσδοκά;
Ευθανασία του τύπου Living Will, ή Εθελοντική με «Συμβόλαιο ή Διαθήκη Θανάτου».
Με τη διαδικασία που τηρείται σε μια «συμβολαιογραφική πράξη», ενώπιον μαρτύρων. Στο έγγραφο αυτό περιγράφονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, με τα οποία εκχωρεί το δικαίωμα να διακοπεί η θεραπεία και η μέσω αυτής διατήρησή του στη ζωή, την οποία δεν επιθυμεί, σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται στο «συμβόλαιο».
Η εφαρμοζόμενη ευθανασία στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας
Στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) υπάρχουν οι εκ της πείρας «οδηγίες» και για το «άκαρπο» της συνεχίσεως των προσπαθειών περαιτέρω στηρίξεως μιάς ζωής, οπότε αποσύρονται η μία μετά την άλλη, ή άλλες δεν εφαρμόζονται κάν. Όπως όμως αποδεικνύεται από ευρύτατη ανασκόπηση της Παγκόσμιας Βιβλιογραφίας επί του τι τηρείται στις Μ.Ε.Θ., οι περισσότεροι «εντατικοθεραπευτές» αποφασίζουν και πέρα από τις οποιεσδήποτε «επιθυμίες», είτε του αρρώστου που εκφράστηκε από πρίν, είτε συγγενών ή φίλων, επιτρόπων ή πληρεξουσίων ή τοποτηρητών, αφού συνεκτιμήσουν μαζί μ’αυτά και πολλά άλλα. Απεδείχθη δε ότι, κάποιες περιπτώσεις από τις θεωρούμενες ως «μοιραίας εκβάσεως», αποκατεστάθησαν πλήρως στη ζωή.
Δυσθανασία
Είναι ένας νέος όρος, με τον οποίο χαρακτηρίζονται οι προσπάθειες παρατάσεως της ζωής ενός αρρώστου με υπερβολικές, δύσκολες και δαπανηρές φροντίδες, δυσανάλογες σε απόδοση προς το επιδιωκόμενο ή δυνάμενο να επιτευχθεί αποτέλεσμα.. Η «δυσθανασία» γίνεται σεβαστή (είτε αυτή είναι η επιθυμία του αρρώστου είτε εκφράζεται από συγγενείς ή φίλους) για να προλάβουν, π.χ., ζωντανό τον άνθρωπό τους κάποιοι συγγενείς, που πρόκειται να φθάσουν από μακριά και χρειάζονται κάποιες ώρες γι’αυτό. Ή για να τακτοποιηθούν και κάποιες «εκκρεμότητες». Ενδέχεται όμως κάποιοι «τρίτοι» να χρησιμοποιούν τον γιατρό με το «καθήκον του ακόμη και στη δυσθανασία»,... προς εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων, κάνοντας έτσι ακόμη πιό δύσκολο το ρόλο του γιατρού.
Ορθοθανασία
Χαρακτηρίζεται έτσι η μη προσφορά υπερβολικών φροντίδων, μεγαλυτέρας δηλαδή εκτάσεως από εκείνην η οποία είναι συμβατή με την κατάσταση του ατόμου, το οποίο πάσχει από ανίατη αρρώστια. Και αφήνεται να σβήσει ήρεμα με τη φυσική επέλευση του θανάτου, εφ’ όσον ο ίδιος ο ασθενής το επιθυμεί και εφ’ όσον ο θάνατος είναι ένα αναμενόμενο φυσικό γεγονός.
Επιταχυθανασία
Ονομάζεται έτσι η σκόπιμη επιτάχυνση των βιολογικών διαδικασιών του θανάτου σε περιπτώσεις αναπότρεπτης επελέυσεώς του και της ως εκ τούτου απωλείας των προϋποθέσεων για ένα «εύ ζήν». Η τέτοια ευθανασία, με την οποία όμως τίθεται τέρμα στη ζωή κάποιου «πριν την ώρα του», επισύρει και τις ποινές του άρθρου 299 του Π.Κ. περί «ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως».
Ποιός όμως μπορεί να είναι απολύτως βέβαιος για το αναπότρεπτο της επελεύσεως του θανάτου; ή και πως ακόμη και για την οριστική απώλεια των προϋποθέσεων του «εύ ζήν» κάποιου άλλου;
Ευγονική ευθανασία
Πρόκεται για την «ευθανασία» σε παιδιά που γεννήθηκαν ή θα γεννηθούν με ατέλειες, σωματικές ανωμαλίες, χρωματοσωματικές ανωμαλίες, ανεγκέφαλα ή με μογγολοειδή ιδιωτία (σύνδρομο Down), με δισχιδή ράχη που η επιβίωσή τους είναι βραχεία, ή άλλες σωματικές δυσπλασίες. Πολλά δε από αυτά μπορούν να διαγνωσθούν και πριν από τον τοκετό με τα σημερινά τεχνολογικά μέσα, και να οδηγήσουν σε διακοή μιας κυήσεως «ανεπιθύμητης».
Πολλά από τα τέτοια νεογνά παρουσιάζουν ανωμαλίες ασυμβίβαστες με τη ζωή για περισσότερο από ένα βραχύ «χρόνο επιβίωσης». Άλλα, για να επιβιώσουν χρειάζονται σειρά από επανορθωτικές χειρουργικές επεμβάσεις, βαριές, επίπονες και πολυέξοδες. Αφιέμενα τα τέτοια παιδιά «εις εαυτά» συνήθως αποθνήσκουν σε σχετικώς βραχύ χρονικό διάστημα.
Το θέμα βεβαίως της διακοπής της κυήσεως ακόμη και όταν υπάρχουν ιατρικές ενδείξεις, δεν είναι μόνον πρόβλημα ευγονικής, ούτε κάν απλώς βιοηθικής. Αλλά και κοινωνικής, και οικονομικής, και ψυχολογικής, και νομικής, και θρησκευτικής ή πνευματικής φύσεως, και άλλα. Τα προβλήματα και τα διλήμματα είναι πολλά. Και όχι πάντοτε εύκολα προς λύση.
Κοινωνική ευθανασία
Χαρακτηριστική περίπτωση «κοινωνικής ευθανασίας» είναι η «γεροντοκτονία» στην αρχαία Κέα, το νησί γνωστό μας ως Τζιά. Με την αντίληψη ότι, όποιος δεν μπορεί να ζει καλά και να απολαμβάνει τη ζωή δεν θα έπρεπε να συνεχίσει να ζεί, όσοι ξεπερνούσαν τα εξήντα όφειλαν, να πιούν το κώνειο, για να πεθάνουν. Οι Κάσπιοι, τους γονείς τους, όταν έφθαναν τα εβδομήντα, τους εγκατέλειπαν κάπου χωρίς τροφή, για να πεθάνουν μιά ώρα γρηγορότερα. Ανάλογα οι Μασαγέτες, οι Έρουλοι, οι Βακτριανοί. Η δοκιμασία του «κοκκοφοίνικα» είναι τρόπος εκτελέσεως εκείνων, οι οποίοι δεν είναι ικανοί να ζούν, άρα «μη χρήσιμοι για την κοινωνία». Τους ανάγκαζαν δηλαδή να αναρριχηθούν σ’ένα κοκκοφοίνικα και, όσοι έπεφταν και σκοτώνονταν, αυτοί λοιπόν και δεν θα άξιζε να ζήσουν.
Κοινωνική και όχι ευγονική θα πρέπει να χαρακτηρισθεί και η θανάτωση από τους Ναζί, ύστερα από απόφαση της Εθνικοσοσιαλιστικής Κυβερνήσεως της Γερμανίας, των 80.000 Γερμανών που έπασχαν από «αθεράπευτες ασθένειες» (εφαρμογή της φιλοσοφίας του Νίτσε). Όπως και των 6 εκατομμυρίων Εβραίων τους οποίους, αφού τους κατέστησαν «άχρηστους» για δουλειά με τις ανυπόφορες συνθήκες σκληρής καταναγκαστικής εργασίας, τους θανάτωναν στους θαλάμους αερίων, εξαφανίζοντας τα πτώματά τους στα διάφορα κρεματόρια.
Η δήθεν «ευγονική» αυτή «τύπου Νίτσε» κοινωνική ευθανασία, εφαρμόστηκε ευρέως (όπως αποκαλύφθηκε τελευταίως δια πληθώρας δημοσιευμάτων) και από πολλά άλλα κράτη, είτε προς εξόντωση ανεπιθύμητων ομάδων ανθρώπων, είτε για την «κοινωνική» ή «φυλετική» ή την «εθνική καθαρότητα». Όπως: Σουηδία, Αυστρία, Δανία, Η.Π.Α., Βέλγιο, Τσεχοσλοβακία, Ιαπωνία, Ελβετία... Και κυρίως με την μέθοδο της στειρώσεως... «για να περιορισθούν οι δαπάνες»... σε ένα Κράτος Πρόνοιας(;) Ή, για να διατηρηθεί «καθαρή η φυλή» από τους: «διανοητικώς ανάπηρους ή καθυστερημένους, ανεπιθύμητους, τσιγγάνους, φτωχούς, αλκοολικούς, εγκληματίες, γυναίκες ελευθερίων ηθών ή σεξουαλικώς διεστραμμένους»... και διάφορα άλλα προσχήματα. Οι αριθμοί τέτοιων περιπτώσεων ανά χώρα, έφθαναν από 11.000 μέχρι 60.000 ανθρώπους ή και περισσότερο!
Περί την κοινωνική ευθανασία διακυβεύονται και τεράστια συμφέροντα φύσεως οικονομικής, όπως Ασφαλιστικών Εταιρειών, Ταμείων Υγείας, Κρατικών Οργανισμών και άλλων. Υπολογίζεται δε ότι, το 20% των δαπανών για την Υγεία στις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ξοδεύονται για τις τελευταίες ώρες ζωής των ασθενών. Ότι, το κρεβάτι του ετοιμοθάνατου έχει κόστος δαπανών 4 φορές μεγαλύτερο από το κανονικό. Ενώ, «τα χρήματα δεν επαρκούν για όλους». Οπότε, πλέον η ζωή του ανθρώπου με την «ευθανασία» καταλήγει σε... «λογιστική πράξη».
Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για την «ποιότητα της ζωής» ως στοιχείου εκτιμήσεως για την απόφαση εφαρμογής «ευθανασίας», χρησιμοποιώντας την εις βάρος της διάρκειας της ζωής των ηλικιωμένων, των με μόνιμη αναπηρία κ.α. Η οποία πάει σιγά-σιγά να αντικαταστήσει την αντίληψη περί της «ιερότητας» της ζωής. Όμως, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να «φθείρει» τη ζωή του ανθρώπου (Α΄ Κορ.3,17) με οποιοδήποτε τρόπο, όποια και αν είναι, εφ’όσον δεν του ανήκει και επειδή η κάθε ζωή έχει άπειρη αξία. (Μάρκ.8,36), «ακόμη και όταν φαίνεται ότι δεν αξίζει τίποτε».
Η Ελληνική Νομοθεσία, πάντως, δεν συγχωρεί ούτε την «ευγονική» ούτε την «κοινωνική» ευθανασία.
Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ
(Είναι η χωρίς εισαγωγικά ευθανασία)
Για τη Χριστιανική θρησκεία και την Εκκλησία, ο θάνατος, εκτός από βιολογικό φαινόμενο, είναι και ένα πολυσύνθετο γεγονός με μεταφυσικές προεκτάσεις. Θεωρεί δε η Εκκλησία «όντως φοβερώτατον το του θανάτου μυστήριον». Και παραδίδει το σώμα στη φθορά, λέγοντας προς «τον παρακαλώντας δε τον«νεκρόν του κοιμηθέντος» …»χους ει και εις χουν απελεύσει» Θεό: «και το μεν σώμα αυτού εις τα εξ ων συνετέθη διάλυσον, την δε ψυχήν εν σκηναίς δικαίων τάξαι, εν κόλποις Αβραάμ αναπαύσαι και μετά δικαίων συναριθμήσαι», και… «μετά των αγίων ανάπαυσον την ψυχήν του δούλου Σου», όπως τόσο συχνά ακούμε στη Νεκρώσιμη Ακολουθία.
Η ψυχή, είναι οντότητα ανεξάρτητη του εγκεφάλου ενυπάρχουσα «εξ άκρας συλλήψεως», του οποίου η καταστροφή δεν επηρεάζει την ύπαρξή της και τις λειτουργίες της στα άλλα όργανα, που τώρα απλώς δεν γίνονται αντιληπτές λόγω της βλάβης ή καταστροφής του οργάνου εκφράσεώς της. Με τον θάνατο δε, «ως η γέφυρα η μετάγουσα εκ της κάτω ζωής εις την άνω», περνά στην αιώνια ζωή, όπου εξακολουθεί να ζει με διαφορετικό πλέον τρόπο, αφού έχει χωρισθεί από το σώμα. Με μία δε απλούστερη διατύπωση, είναι ωσάν με το θάνατο ως από μια «σκάλα», να περνά η ψυχή από το κάτω πάτωμα (της εδώ ζωής) στο επάνω πάτωμα (της άλλης ζωής), της αιωνίας.
Αυτά μας διδάσκει η Εκκλησία, η οποία στέκεται με σεβασμό μπροστά στον άνθρωπο που «ξεψυχά». Κατά την Εκκλησία, ο άνθρωπος διατηρεί επαφή και επικοινωνία με τα πνεύματα, με τις εσωτερικές μυστικές πνευματικές δυνάμεις της ψυχής, οι οποίες όμως δεν μπορούν να εκδηλωθούν προς τα «έξω» κατά τον κλινικό «εγκεφαλικό θάνατο», λόγω βλάβης του εγκεφάλου ως του οργάνου εκφράσεώς τους. Και με τις τέτοιες δυνάμεις αντιδρά στα ερεθίσματα που δέχεται από αυτές και συμμετέχει στα δρώμενα των στιγμών αυτών που , για τους λόγους αυτούς, θεωρούνται ιερές.
Η ζωή, για την Εκκλησία είναι δώρον Θεού στον άνθρωπο, έχει απόλυτη αξία, άρα είναι αναντικατάστατη, και κανένας δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρεί τη ζωή κανενός, ούτε τη δική του (αυτοκτονία) ούτε του άλλου (φόνος). Και η πράξη της ευθανασίας, είτε ενεργητικής, είτε παθητικής, αποτελεί φόνον.
Ενδιαφέρεται, βεβαίως, και πράγματι η Εκκλησία για έναν «αξιοπρεπή θάνατο». Όμως, με πολύ διαφορετική έννοια από εκείνη της ούτω πως… «λεγομένης ευθανασίας».
Η Χριστιανική Ευθανασία και ο Γιατρός
Η Εκκλησία δέχεται και το γιατρό στο έργο της… Όχι δε μόνον διότι και το γιατρό ο Θεός τον εδημιούργησε, αλλά και διότι έχει να εκπληρώσει μία αποστολή. Προστάζει δε δια της Σοφίας Σειράχ (Κεφ. 38): «… και ιατρώ δος τόπον, και γαρ αυτόν έκτισε Κύριος, και μη αποστήτω σου, και γαρ αυτού χρεία, και εν χερσίν αυτού ευωδία…». Δηλαδή λέγει: παραχώρησε στο γιατρό τη θέση που του πρέπει για να εργασθεί, μην τον αφήσεις να σου φύγει διότι σου χρειάζεται και από τα χέρια του, με τις προσπάθειές του και την ορθή καθοδήγησή του, θα προκύψει το καλό αποτέλεσμα για την αποκατάσταση της υγείας σου.
Ευλογεί δε η Εκκλησία και ενθαρρύνει τις προσπάθειες του γιατρού στην υπηρεσία της ζωής. Και ως ευθανασία δέχεται εκείνη για την οποία εύχεται … ««ειρηνικά τα τέλη της ζωής, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και καλήν απολογίαν…» …δεχόμενη μάλιστα και ότι «κρείσσων θάνατος υπέρ ζωήν πικράν και ανάπαυσις αιώνιος ή αρρώστημα έμμονον» (Σοφ. Σειρ. 30, 17).
Ο γιατρός συμβάλλει στην τέτοια ευθανασία όταν εργάζεται για την καταπράυνση των πόνων, την ανακούφιση από τα ενοχλήματα, την καθησύχαση της αγωνίας, την υποβοήθηση προς καλύτερη ανοχή των ταλαιπωριών, ώστε να ζει ο άνθρωπος μέχρι τέλους με αξιοπρέπεια, μέχρι και τις εσχατότατες στιγμές της ζωής του. Με τη συντρόφευση και την ηθική συμπαράσταση, σε συνεργασία με το οικογενειακό του περιβάλλον, με πορεία δίπλα του στον ίδιο με εκείνον βηματισμό, ακρόαση στους φόβους και σιωπή … ψελλίζοντας – αν μπορεί- και δύο λόγια προσευχής, αφού η«στις εκρήξεις του τέτοια συμπαράσταση επεκτείνεται και στον ψυχικό κόσμο του αρρώστου και μάλιστα σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή με λεπτούς κλυδωνισμούς της ψυχής, μέχρι να περάσει μέχρι δηλαδή να «ξεψυχήσει» ο άνθρωπος και να πάρει η«στην… «αντίπερα όχθη» ψυχή του το δρόμο για το χώρο στον οποίο ανήκει, … στην αγκαλιά του Θεού.
Πόσοι και πόσοι δεν έχουν ξεψυχήσει έτσι, με μια γλυκιά έκφραση ηρεμίας στο πρόσωπο, μέχρι και απέραντης γαλήνης, ακόμη και μ’ ένα χαμόγελο στο στόμα!… Αυτή είναι η Χριστιανική Ευθανασία… προς την οποία συμπλέει έτσι και ο γιατρός.
Η τέτοια συμπαράσταση του γιατρού φέρνει και άλλα αποτελέσματα. Είναι εκπληκτικό το πόσοι από αυτούς που «έφτασαν μέχρι τον «τάφο» αλλά δεν διότι ρύθμισαν«πέθαναν, βγήκαν τελικά … «κερδισμένοι» από την ταλαιπωρία τους ή«προβλήματα που τους «έτρωγαν», και διαταραγμένες σχέσεις με οικείους τους ανακάλυψαν ότι «έχει τόσα πολλά και ωραία ακόμη, να τους προσφέρει η ζωή, που μέχρι τώρα τους ήσαν άγνωστα και που αν τα ήξεραν κανείς δεν θα ήθελε να πεθάνει». Και ευγνωμονούν την αρρώστια που τους «άλλαξε» ως ανθρώπους, τους ωρίμασε πνευματικά και αναθεώρησαν τη στάση τους στη ζωή, αφού η δοκιμασία τους έδωσε τη δυνατότητα της ψυχικής «κάθαρσης» και τους «έφερε πιο κοντά στο Θεό».
ΧΡΗΣΙΜΑ ΣΧΟΛΙΑ
«Η επίμονη απαίτηση του πάσχοντος» για «ευθανασία» είναι επισφαλής. Διότι, η απόφαση ή η συγκατάθεσή του να πεθάνει «ανώδυνα» δεν είναι πάντοτε προϊόν υγιούς λογικής σκέψης και ελεύθερης εκλογής της αποφάσεως. «Η ανίατη και επώδυνη ασθένεια» επιδρά επί της πνευματικής λειτουργίας του ασθενούς. Είναι σχεδόν αδύνατο το να έχει τη διαύγεια της σκέψης ή την ορθή κρίση, την οποία είχε πριν ασθενήσει.
Το «χωρίς ελπίδα», ποιος θα το κρίνει; Και ποιος θα πάρει την απόφαση; Ενώ θα τίθεται το αμείλικτο ερώτημα: «μήπως πρόκειται και για τραγικό λάθος»; Αυτό δε διότι υπάρχουν περιπτώσεις που ενώ χαρακτηρίσθηκαν «χωρίς ελπίδα», αποκαταστάθηκαν σε μία τελείως κανονική ζωή!
Ο άρρωστος, ακόμη και μέσα στον πιο ανυπόφορο πόνο του, πάντα ελπίζει. Σήμερα μάλιστα περισσότερο, διότι δεν υπάρχει σωματικός πόνος ο οποίος να μη μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο, με πολλούς και διαφόρους τρόπους.
Η ιατρική σε όλες τις περιστάσεις υπηρετεί το συνεχή σεβασμό της ζωής, της ηθικής αυτονομίας και της επιλογής του αρρώστου. Ωστόσο, ο γιατρός μπορεί σε περίπτωση αθεράπευτης και μοιραίας ασθένειας να περιορισθεί στην απάλυνση του πόνου, χορηγώντας στον άρρωστο τις κατάλληλες θεραπείες και εξασφαλίζοντάς του, όσο είναι δυνατόν, την ποιότητα μιας ζωής που σβήνει. Είναι επιτακτικό καθήκον να συνδράμει τον ετοιμοθάνατο μέχρι το τέλος, ενεργώντας με τρόπο που να επιτρέπει στον ασθενή τη διατήρηση της αξιοπρέπειάς του.
«Η έννοια του ανιάτου δεν στοιχειοθετεί δίκαιο για το γιατρό, ώστε να εγκαταλείψει τις προσπάθειές του» επειδή ο γιατρός ως το τέλος πρέπει να παραμένει αταλάντευτα πιστός στον όρκο του». Κανένας δεν δικαιούται να προωθεί διαδικασίες ευθανασίας, όταν υπάρχει και η ελπίδα, από τη μία στιγμή στην άλλη, η επιστήμη να μπορεί να συμβάλει αποτελεσματικότερα για τη ζωή του κάθε ανθρώπου. Απόδειξη είναι η επινόηση της καρδιοαναπνευστικής αναζωογονήσεως με την οποία, άλλοτε «καταδικασμένοι» σε θάνατο άνθρωποι, επαναφέρονται τώρα στη ζωή με ευκολία και ρυθμούς «ρουτίνας», αποδιδόμενοι στην κοινωνία και επανερχόμενοι στις δραστηριότητές τους. Άλλα τέτοια παραδείγματα προέρχονται από τις άλλοτε ανίατες αρρώστιες, λέπρα και σύφιλη, πολύ βασανιστικές και για χρόνια, που τώρα όμως θεραπεύονται.
Ποτέ λοιπόν δεν μπορεί να είναι κανείς απολύτως βέβαιος για το ανίατο μιας οποιασδήποτε καταστάσεως αφήνοντας και κάποια περιθώρια για πιθανό λάθος ή και για μια έκπληξη, ή ακόμη και ένα επιστημονικό «θαύμα».
Εκτός δε από ένα τέτοιο «επίτευγμα», υπάρχει και το «Θεϊκό Θαύμα», όπως το γνωρίζει η Χριστιανική Θρησκεία. Θαύματα, βεβαίως γίνονται και σήμερα. Αρκεί να υπάρχει πίστη και «τα μάτια εκείνα που μπορούν να τα βλέπουν».
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Ο ασθενής έχει το δικαίωμα να πεθάνει με αξιοπρέπεια. Έχει ακόμη το δικαίωμα να δέχεται ή να αρνείται μία θεραπεία, μετά τη λήψη των κατάλληλων πληροφοριών. Ο γιατρός είναι υποχρεωμένος να προσφέρει στον άρρωστο που του εμπιστεύεται –αυτό ή το περιβάλλον του- τις θετικές υπηρεσίες του «κατά την τελευταία λέξη της επιστήμης» -Lege Artis- με σεβασμό και του δικαιώματός του για έναν «αξιοπρεπή θάνατο».
Η βοήθειά του για τη βελτίωση της καταστάσεώς του σ’ αυτόν που πεθαίνει, αποτελεί ιδιαίτερο καθήκον του γιατρού. Και θα πρέπει να παρέχεται πάντοτε με ευσπλαχνία και σεβασμό προς την προσωπικότητα του ασθενούς για την ανακούφισή του, μέχρι να έρθει η ώρα «να κλείσει τα μάτια του». Όμως, κανείς δεν μπορεί ή δεν επιτρέπεται να επιβάλει στο γιατρό να ενεργήσει «ευθανασία», να συντομεύσει τη ζωή κάποιου ή να σκοτώσει κάποιον… «για το καλό του». Η ένσταση συνειδήσεως του γιατρού σε τέτοια θέματα είναι απαραβίαστη.
Ο όρος «ευθανασία» βρίσκεται έξω από τα διδάγματα και τις επιταγές της θεραπευτικής. Η ευ-θανάτωση δεν συμπεριλαμβάνεται στις υποχρεώσεις της αποστολής του γιατρού. Αυτός υπηρετεί τη ζωή, …. «ιατρεύει».
Είναι παράλογο να ζητά κάποιος που «θέλει να πεθάνει» ή κάποιοι που «θέλουν να τον πεθάνουν» να τον πεθάνουν «μία ώρα γρηγορότερα», να απαιτούν να επεκταθεί το δικαίωμα επί της ζωής του μέχρι και την «απαίτηση να φονευθεί από ένα γιατρό». Διότι, τότε γίνεται ένοχος ανθρωποκτονίας.
… Ο όρκος του φτάνει ως τα βάθη της ψυχής του και «κανείς δεν έχει το δικαίωμα, ούτε και με νόμους, να επεμβαίνει στη συνείδηση του γιατρού».
Αν η πολιτεία ήθελε κάποτε αποφασίσει να νομοθετήσει την ευθανασία, ας ψάξει να βρει ή να δημιουργήσει τους «δημίους» ως εκτελεστές των τέτοιων αποφάσεών της… σε άλλους χώρους. Φαντάζεται κανείς τι θα συνέβαινε αν φθάναμε –και ας ελπίζουμε ότι δεν θα φτάσουμε ποτέ- να έχουμε στον τόπο μας, μία (ας πούμε) «Ιατρική Εταιρεία Ευθανασίας»; Και δεν θα έτρεμε, τότε πλέον, ο κάθε άρρωστος στη θέα του γιατρού, με το φόβο ότι πιθανόν έρχεται με τη σύριγγα στο χέρι ένας, ίσως και πληρωμένος, δολοφόνος;
Στην Ελληνική Νομοθεσία δεν υπάρχει νομοθετημένη πράξη ιατρικής ευθανασίας. Στον Ποινικό Κώδικα δεν χρησιμοποιείται ο όρος «ευθανασία», αλλά μόνον «ανθρωποκτονία εξ οίκτου». Και, σύμφωνα με διάταξη του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα: «όποιος αποφάσισε και εκτέλεσε ανθρωποκτονία ύστερα από σπουδαία και επίμονη απαίτηση του θύματος, και από οίκτο γι’ αυτόν που έπασχε από ανίατη ασθένεια, τιμωρείται με φυλάκιση».
Το συναίσθημα του οίκτου, ο Έλληνας νομοθέτης το έλαβε υπ’ όψη ως λόγο για ηπιότερη μεταχείριση του δράστη. Ενώ η ατιμωρησία του θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικίνδυνες καταστάσεις. Και αν γινόταν αποδεκτή η κοινωνική ή η ευγονική ευθανασία, και αν καθιερωνόταν η πλήρης ατιμωρησία της επιθανάτιας ευθανασίας, πολλοί τότε δεν θα έπρεπε να νιώθουν ασφαλείς.
Είναι, επίσης, άλλο πράγμα, να εκφράζεται κανείς γενικά και αόριστα για το θέμα όταν πρόκειται για τους άλλους, και πολύ διαφορετικό όταν πρόκειται για τον εαυτό του.
Περί την ευθανασία υπάρχει, και μάλιστα πολύ δικαιολογημένα, μεγάλη ψυχολογική και συναισθηματική φόρτιση μεταξύ των ανθρώπων. Και τα διλήμματα είναι πολλά. Πολλοί επηρεάζονται από δυσάρεστες περιπτώσεις εκ του περιβάλλοντός των, και τάσσονται υπέρ της ευθανασίας. Αλλά και αυτοί μεταβάλλουν διαθέσεις, όταν π.χ. διαψεύδονται οι δυσμενείς προβλέψεις για μία μοιραία έκβαση εν μέσω ταλαιπωριών και βασάνων.
Τα συνειδησιακά ερωτήματα για τη ζωή και το θάνατο πολλές φορές είναι αξεπέραστα, ιδίως στους ανθρώπους χωρίς την απαιτούμενη υγιή κοσμοθεωριακή τοποθέτηση. Και αγωνιώδη… όταν ο άνθρωπος αισθάνεται μόνος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η συμπαράσταση από ανθρώπους που γνωρίζουν το πραγματικό νόημα της ζωής στον κόσμο αυτόν, είναι πολύτιμη!
Το δικαίωμα του αυτεξουσίου επί της ζωής μας, ώστε να μπορούμε να τη διαθέτουμε «κατά το δοκούν», δηλαδή όπως μας αρέσει, δεν είναι απεριόριστο. Είναι άλλωστε αυτό και θέμα λογικής, τόσο από προσωπική άποψη όσο και από την άποψη των υποχρεώσεων μας έναντι του άμεσου περιβάλλοντός μας και των υποχρεώσεών μας έναντι της κοινωνίας. Είναι και θέμα της Φιλοσοφίας, από τα σπουδαιότερα. Είναι και θέμα Αρχών και Πιστεύω για τη ζωή, θέμα Θρησκείας και σχέσεων των ανθρώπων με το Θεό, στον οποίο πιστεύουν. Επομένως και η στάση του καθ’ενός μας έναντι της ευθανασίας, είναι ένα πολύ σοβαρό και περίπλοκο θέμα με πολλές προεκτάσεις.
ΕΠΙΜΥΘΙΟΝ
Και τώρα, κάτι για εμάς τους ανθρώπους της Εκκλησίας, ειδικότερα:
Η Χριστιανική Θρησκεία και η Εκκλησία πρεσβεύουν ότι η ζωή μας, η ίδια η δική μας η ζωή, δεν μας ανήκει διότι είναι δώρον Θεού προς χρήση, και μάλιστα επί αποδόσει λογαριασμού. Δεν είναι ιδιοκτησία μας για να την κάνουμε ό,τι θέλουμε, διότι είμεθα «ναός του εν ημίν Αγίου Πνεύματος», το οποίον έχομε από τον Θεόν. Δεν ανήκομε στον εαυτό μας, διότι «ηγοράσθημεν τιμής» (Α’Κορ. 6, στ.19,20) και δεν δικαιούμεθα να την καταστρέψουμε με την οποιαδήποτε «ευθανασία».
Επίσης, «τίποτε και κανένας δεν μπορεί να εξουσιοδοτήσει άλλον για το φόνο ενός αθώου», να θανατώσει κάποιον, είτε με την ενεργητική είτε με την παθητική «ευθανασία», διότι η ζωή «δεν του ανήκει».
Η ανάκληση του δώρου της ζωής ανήκει μόνον εις τον δωρεοδότην Θεόν … «Ουδείς γαρ ημών εαυτώ ζη και ουδείς εαυτώ αποθνήσκει»…. «αποθνήσκωμεν, των Κυρίω αποθνήσκομεν. Εάν τε ουν ζώμεν, εάν τε αποθνήσκωμεν, του Κυρίου εσμέν»! (Ρωμ. 14, στ. 7,8).
Οι Χριστιανοί, πιστεύουμε ότι οι δοκιμασίες μας στη ζωή, δεν μας συμβαίνουν χωρίς να το γνωρίζει ο Θεός. Ούτε χωρίς την άδειά Του. Τις επιτρέπει πάντοτε προς το συμφέρον μας… «επί το συμφέρον εις το μεταλαβείν της αγιότητος αυτού» (Εβρ. 12, 10). Για να δοκιμάζεται και να αυξάνεται η πίστη μας. Όπως έγινε και με τον Ιώβ. Γι’ αυτό και είναι λάθος μας, όταν μας συμβαίνει κάτι δυσάρεστο, να τα βάζουμε με το Θεό και λέμε «γιατί Θεέ μου σε μένα»;. Ωσάν να ελέγχομε το Θεό. Φθάνοντας ακόμη και σε θεοδικία! Και θα πρέπει, «ό,τι κι αν μας βρει στη ζωή», να διδασκόμεθα διερωτώμενοι και «τι το θέλημα του Κυρίου». Επειδή «αυτώ μέλει περί υμών» (1η Πετρ. 5,7), ακόμη και για τα καθημερινά προβλήματά μας. Και «προς το συμφέρον εκάστου». Αυτό θα πει «Πίστις»! .. το οποίον είναι και η «… ελπιζομένων υπόστασις» (Εβρ. 11,1).
Συνεπώς … «στώμεν καλώς»!
(Πηγή: www.ecclesia.gr)
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ:
Η ευγονική και ευθανασιακή νοοτροπία του συγχρόνου ανθρώπου (Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεος)
Ευθανασία (π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος)
Διαφωνούμε με την ευθανασία (Σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεος)
Ερωτήματα για τον θάνατο και την ευθανασία (Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος)
Ευθανασία - Εκκλησιαστική άποψη (Σεβασμ. Μητροπ. Ναυπάκτου κ.κ. Ιερόθεος)
Το δράμα της Ευθανασίας (Ανδρέας Π. Καραμπίνης, Διευθ. Μονάδας Εντατικής Θεραπείας)
ΑΛΛΑ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ:
Μεταμοσχεύσεις και Εκκλησία (Αθανάσιος Αβραμίδης, Καθηγητής Παθολογίας Παν/μίου Αθηνών)
Προβληματισμοί από τις βασικές θέσεις επί της ηθικής των μεταμοσχεύσεων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (Αθανάσιος Β. Αβραμίδης, , Καρδιολόγος - Καθηγητής Παθολογίας Παν/μίου Αθηνών)
Η … Ομοιοπαθητική υπό το πρίσμα της Ιατρικής Επιστήμης (Αθανάσιος Αβραμίδης, Καρδιολόγος - Καθηγητής Παθολογίας Παν/μίου Αθηνών)
Ο Βελονισμός υπό το πρίσμα της Ιατρικής Επιστήμης (Αθανάσιος Αβραμίδης, Καθηγητής Παθολογίας Παν/μίου Αθηνών)
Πώς θα προστατεύσουμε τα παιδιά μας από τα ναρκωτικά (Αθανάσιος Β. Αβραμίδης, Καρδιολόγος Καθηγητής Παθολογίας τoυ Πανεπιστημίου Αθηνών)
Εναλλακτικές ή συμπληρωματικές ή αναπληρωματικές θεραπευτικές μέθοδοι (Ομοιοπαθητική, Βελονισμός κλπ) (Αθανάσιος Β. Αβραμίδης, Καθ. Παθολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών)
Δεν ωφελεί η Ομοιοπαθητική (Αθανάσιος Αβραμίδης, Καθηγητής Παθολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών)
http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1032
Εν συντομία τι συμβαίνει στην ελληνική πραγματικότητα.
Ο ασθενής έχει δικαίωμα να αρνηθεί θεραπεία, να υπογράψει ένα χαρτί ότι αρνείται και να πάρει εξιτήριο και να αποχωρήσει. π.χ. καρκινοπαθείς έχουν την δυνατότητα να αρνηθούν ένα χειρουργείο ή κύκλους χημειοθεραπειών και ακτινοβολιών.
Δεν ισχύει το ίδιο για ανήλικα παιδιά όπου ο θεράπων ιατρός μέσω εισαγγελέα παίρνει την κηδεμονία από τους γονείς προκειμένου να παράσχει τη βοήθεια που πρέπει.
Βάση νόμου ο ιατρός απαγορεύεται να δώσει φάρμακα σε ασθενή προκειμένου να πεθάνει ακόμα και αν το ζητήσει ο ίδιος. (ενεργητική ευθανασία).
Εντούτοις παρατηρείται το φαινόμενο στις ΜΕΘ οι συγγενείς να πιέζουν για να αποσυνδεθεί ο ασθενής από τα μηχανήματα και όταν οι ιατροί απαντούν εκεί είναι η πρίζα πήγαινε και βγάλε το μηχάνημα ή απάπντηση είναι "Εσύ γιατρέ μου"
Εντούτοις μορφές παθητικής ευθανασίας συμβαίνουν στις παρυφές του νόμου. Π.χ. περιστατικά ανίατα, χωρίς περιθώρια ανάκαμψης παραμένουν με 1lt ορό την ημέρα μόνο, με τη συγκατάθεση των συγγενών, μέχρι η προοδευτική έκπτωση των λειτουργιών να οδηγήσει στον θάνατο.
Κάτι ανάλογο με το περιστατικό που συνέβη στην Ιταλία. Εκεί ζητήσαν να διακοπεί άμεσα η σίτιση της νεαρής γυναίκας που ήταν σε κώμα, όπως είχε συμβεί πιο νωρίς στην Αμερική. Στην Ελλάδα απλά κάποιες φορές καλύπτουν λιγότερες από τις ανάγκες μετά από απαίτηση συγγενών.
μ' αρέσει τρελλά η Spark!
:)))
εγώ, θα πω το εξής:
το πρωτο ειναι, πως δεν πιστεύω (ανέκαθεν δεν πιστευα) πως καποιος χάνει την αξιοπρέπεια του, για τους χ,ψ λόγους οταν βρίσκεται κοντα στο θανατο
και το δευτερο, πως ειμαι εντελώς αντίθετη σε οποιαδήποτε μορφή θανάτου επιβάλλει ένας άνθρωπος σε κάποιον άλλο. ειτε αυτο ειναι η επιβολή της θανατικής ποινής, ειτε ο,τιδήποτε άλλο.
οπωσδήποτε λοιπον, ειμαι κατά της ευθανασίας.
καλό μεσημερι να 'χουμε Αδαμαντία μου!
και κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε. μελέτες που έχουν γίνει, έχουν αποδείξει ότι η συντριπτική πλειοψηφία καρκινοπαθών που ζητούσαν ευθανασία όταν βελτίωσαν την ποιότητα ζωής τους (ιατρεία πόνου κ.τ.λ.) δεν επιθυμούσαν πλέον την ευθανασία και αναγνώριζαν ότι ήταν λόγω της κατάθλιψης και των δυσκολιών που βίωναν
http://en.wikipedia.org/wiki/Euthanasia
http://www.euthanasia.com/
http://www.nursing.gr/protectedarticles/euthanasia.pdf
Η ευθανασία ως συνταγματικό δικαίωμα του ασθενούς
Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΤΣΑΪΤΟΥΡΙΔΗ
Δικηγόρος,
Ειδικός Επιστήμονας στο Συνήγορο του Πολίτη,
Υπότροφος Ι.Κ.Υ.
[ΤΕΥΧΟΣ 3/2002]
Εισαγωγή
Corpus juris: Η φυσική υπόσταση του ατόμου και το συνταγματικό καθεστώς της
Οι επιστημονικές και νομοθετικές εξελίξεις στον τομέα της βιοτεχνολογίας και της βιοηθικής ανακίνησαν με ένταση το διάλογο για το περιεχόμενο των κατηγοριών του προσώπου και του νομικού υποκειμένου[1]. Η, θεμελιακή για το δίκαιο, έννοια του φυσικού προσώπου αναφαίνεται πλέον ως μια βιολογική και σωματική οντότητα που δεν είναι ούτε λογικά αυτονόητη ούτε, εκ των προτέρων, εμπειρικά δεδομένη.
Θεμελιακή ελευθερία για το σύστημα των συνταγματικών δικαιωμάτων και εν γένει για την έννομη τάξη είναι, κατά παράδοση, η «φυσική» ελευθερία κίνησης (άρθρο 5 παρ. 3 Συντ.). Όπως αποφαίνεται ο Αριστόβουλος Μάνεσης, «αν κάποιος δεν μπορεί να διαθέσει κατά πρώτο λόγο τη φυσική του ύπαρξη, η άσκηση όλων των άλλων δικαιωμάτων αποβαίνει ανέφικτη»[2]. Πράγματι, η ελεύθερη διάθεση του σώματος και της φυσικής υπόστασης είναι ιστορικά συνυφασμένη με αναφαίρετα και θεμελιώδη δικαιώματα, όπως είναι η ελευθερία της κίνησης και το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας, ως περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην κατοχή και νομή του ατόμου. Ιδίως για την ελευθερία κίνησης έχουμε το μνημειώδη ορισμό του Thomas Hobbes στο έργο του «Λεβιάθαν» για την ελευθερία, την οποία ορίζει ως σωματική ελευθερία [corporeal liberty], με την έννοια της απουσίας εμποδίων στην κίνηση του ατόμου[3].
Από τη σκοπιά της νομικής δογματικής, η «παρουσία» του σώματος στο Σύνταγμα εντοπίζεται καταρχάς σε «προστατευτικές» διατάξεις, όπως στην απαγόρευση των βασανιστηρίων, στην προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας αλλά και σε κοινωνικά δικαιώματα για τη διασφάλιση της περίθαλψης. Συνταγματικοί κανόνες εγγυώνται το απρόσβλητο από αυθαίρετες πράξεις βίας και πόνου (άρθρα 6 και 7) ή αποζημιώνουν για τη φθορά του σώματος από τις κοινωνικές και οικονομικές δραστηριότητες (άρθρο 22). Λιγότερο προφανές, αλλά εξίσου σημαντικό, είναι και το σώμα του Συντάγματος που διέπει τα συλλογικά δικαιώματα, όπως οι συναθροίσεις (άρθρο 11) και η απεργία (άρθρο 23), των οποίων η εννοιολογική οριοθέτηση και κατοχύρωση είναι συνυφασμένες με τη σωματική δραστηριότητα σε δημόσιους χώρους. Όμως, η συνταγματική ρύθμιση για τα σώματα δεν έγκειται μόνο σε προστατευτικές ρυθμίσεις, αλλά και στην κατοχύρωση της προσβολής τους και της εξουσιαστικής από το κράτος διάθεσής τους υπέρ σκοπών δημοσίου συμφέροντος και υπέρ της προστασίας μειζόνων κοινωνικών αγαθών, λ.χ. μέσα από τη θεσμοθέτηση της θανατικής ποινής (άρθρο 7) και της εκτόπισης, αλλά και της απαγόρευσης εισόδου και εξόδου από τη χώρα υπό προϋποθέσεις (άρθρο 5). Η αμυντική θωράκιση του σώματος έναντι της κρατικής βίας φαίνεται να συμβαδίζει με την αποκλειστικότητα του κράτους να ζητεί και επιβάλλει τη θανάτωση είτε με τη θανατική ποινή, είτε με την υποχρέωση για στρατιωτική θητεία και γενικά με τη νομική εξουσία του να καταφεύγει σε άμεση προσβολή του σώματος με τους θεσμούς εξαναγκασμού και το habeas corpus δίκαιο.
Δικαιούμαστε να υποθέσουμε ότι το σώμα (του εργάτη, της γυναίκας, του βασιλιά, του ελεύθερα μετακινούμενου ευρωπαίου πολίτη κ.ο.κ.) αφορά αφενός θεμελιώδη δικαιώματα, ιδίως δε το δικαίωμα στη ζωή και την προσωπική ασφάλεια, αφετέρου δε το χαρακτήρα ενός πολιτεύματος π.χ. ως μοναρχικού ή και δημοκρατικού, μέσω της καθολικότητας του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι με μόνο βασικό περιορισμό την ενηλικιότητα. ΄Αρα η σχέση μεταξύ δικαίου και σώματος δεν είναι μεταξύ δύο όρων που (συ)σχετίζονται εκ των υστέρων με την κανονιστική ρύθμιση των νόμων, αλλά παρουσιάζεται ως συστατική και εμμενής για κάθε έννομη τάξη και για κάθε πολίτευμα, ορίζοντας το περιεχόμενο του νομικού υποκειμένου και της μορφής του κράτους, στο οποίο αυτό αναφέρεται[4].
Με δραματικό τρόπο αναδεικνύεται στη συνταγματική θεωρία και πρακτική η σχέση σώματος και δικαίου στο ζήτημα της νομιμότητας της άμβλωσης και πλέον στο ερώτημα σχετικά με τα συνταγματικά ερείσματα για το δικαίωμα στην ευθανασία[5]. Αναμφίβολα, η άμβλωση και η ευθανασία είναι ακραία ανθρώπινα ενεργήματα που αφορούν όχι απλά το σώμα των ατόμων και τη διάθεση του με μορφές ριζικής «προσβολής» της υγείας, της ακεραιότητας ή και της «καταστροφής» τους, αλλά και την ίδια τη σχέση της συνταγματικής έννομης τάξης με τη ζωή και το θάνατο του ανθρώπου, εντέλει με τον ορισμό του «προσώπου» και του «ανθρώπινου». Η άμβλωση και η ευθανασία προβάλλουν ως οι πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις εκούσιας προσβολής της φυσικής υπόστασης του ατόμου. Ωστόσο αυτό που τελικά προσβάλλεται, mutatis mutandis, εμφανίζεται να είναι η ίδια η ιδιότητα του ανθρώπου και του προσώπου που φαίνεται να προσιδιάζει στο νομικό υποκείμενο, αν όχι να ταυτίζεται με αυτό[6]. Συνιστούν ακόμη την έμπρακτη αμφισβήτηση μιας καταρχήν αποκλειστικά κρατικής νομικής εξουσίας και αρμοδιότητας, της διακινδύνευσης και αφαίρεσης της ζωής.
Κεφάλαιο Α΄
Δίκαιο και θάνατος: οι αναγκαίες διαμεσολαβήσεις
Οι νόμοι αγνοούν το θάνατο ως βιολογικό συμβάν: η νομική αντίληψη για το θάνατο εντάσσεται στη ρύθμιση του βίου διαμέσου των εννοιών της ζωής (π.χ. αφαίρεση της ζωής), του προσώπου (π.χ. πολιτικός θάνατος), της αξιοπρέπειας (π.χ. απαγόρευση των βασανιστηρίων ως ατιμωτικής μεταχείρισης). Εννοούμε ότι η δικαιϊκή αξιολόγηση του (βιολογικού) θανάτου δεν είναι αυτοτελής, αλλά λαμβάνει χώρα εντός της ρύθμισης έννομων αγαθών και συγκεκριμένα της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και υγείας, τα οποία είναι και τα μόνα νομικά κρίσιμα. Τα σχετικά κριτήρια του νόμου αναφέρονται όχι στο θάνατο καθ' εαυτόν, αλλά ερείδονται στην αρχή και το τέλος της ανθρώπινης ζωής, ορίζουν δε την ασθένεια ως προσβολή της σωματικής και ψυχικής υγείας. Μάλιστα, η πλήρης και ανεξαίρετη προστασία της ζωής από τους νόμους συνδέεται με την ιδιότητα του πλήρους και αυτοτελούς προσώπου, όπως καταδεικνύεται με την περίπτωση του κυοφορούμενου, έναντι του οποίου προτάσσεται, υπό προϋποθέσεις, η ζωή και ακόμη η αυτονομία της γυναίκας εγκύου. «Προβληματική», μάλιστα, κρίνεται η ύπαρξη ζωής, κατά το δίκαιο, «μετά τον εγκεφαλικό θάνατο καθώς και - προπάντων - κατά μία πρώτη φάση της εγκυμοσύνης»[7]. Η νομική αξιολόγηση συνάδει, σε τελική ανάλυση, με το ιστορικό και κοινωνικό δεδομένο ότι ο θάνατος έχει απολέσει τη φυσικότητα που «κάποτε» είχε ως αναπόδραστο συμβάν και έχει γίνει αντικείμενο διαχείρισης από την ιατρική, τη φαρμακευτική και το νοσοκομειακό θεσμό και επέρχεται ως το αποτέλεσμα μιας ιατρικής κρίσης και απόφασης, είτε άμεσης είτε έμμεσης μέσω της ιατρικής και φαρμακευτικής αγωγής[8].
Για τους λόγους αυτούς, τα κριτήρια του νόμου για το νομικό ορισμό και τον προσδιορισμό της ζωής και της υγείας δεν είναι μόνο «εσωτερικά», βάσει των εννοιών και των κανόνων της νομικής δογματικής, όπως η προστασία άλλων εννόμων αγαθών, αλλά και «εξωτερικά», καθώς απαιτείται η προσφυγή στα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης και της βιολογίας, ώστε η νομική ρύθμιση να αποβαίνει κοινωνικά αποτελεσματική[9]. Για παράδειγμα, οι θέσεις της ιατρικής για την επέλευση του βιολογικού θανάτου ή για τα στάδια εξέλιξης του εμβρύου λαμβάνονται υπόψη από τη νομοθεσία και νομολογία, αλλά και αντιπαραβάλλονται σε κάθε περίπτωση με τα νομικά κριτήρια, ιδίως αυτά που αφορούν το περιεχόμενο της έννοιας του προσώπου[10].
Ωστόσο, το μείζον ζήτημα για τη νομική και συνταγματική θεωρία είναι η αξιολόγηση της εκούσιας προσβολής είτε της ζωής είτε της σωματικής ακεραιότητας και υγείας και η τυχόν θεμελίωσή της στην αυτονομία του προσώπου. Συγκεκριμένα, οι νόμοι απαιτούν την επίκληση νομικών αγαθών για τη δικαιολόγηση της προσβολής της φυσικής υπόστασης του ατόμου από τον ίδιο το φορέα των εννόμων αγαθών της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας, λ.χ. όπως στην περίπτωση της χειρουργικής επέμβασης, προκειμένου για την ανάκτηση ή βελτίωση της υγείας Οι απαγορεύσεις του άρθρου 7 παρ. 2 Συντ. ως προς τις σωματικές κακώσεις και τις βλάβες της υγείας δεν ισχύουν καταρχήν, εάν σε αυτές συναινεί ο θιγόμενος, όπως στην περίπτωση ιατρικών επεμβάσεων, ή και όταν διακινδυνεύεται η δημόσια υγεία ή ασφάλεια. Από την άλλη, ελαφρές μορφές αυτοπροσβολής (π.χ. τρύπημα αυτιών και άλλων οργάνων για το πέρασμα κοσμημάτων) είτε κρίνονται νομικά αδιάφορες είτε θεωρούνται μορφές ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου. Πράγματι, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας κατά το άρθρο 5 παρ. 1 Συντ. θεμελιώνει «το δικαίωμα του καθένα να εξουσιάζει το σώμα του και να το χρησιμοποιεί, όπως θέλει»[11]. Συνεπώς, η αυτοπροσβολή αναγνωρίζεται, υπό προϋποθέσεις, ως συνταγματικό δικαίωμα αυτοτελώς, ως εκδήλωση της προσωπικότητάς του ατόμου και της ελευθερίας έκφρασης του, λ.χ. με τα τατουάζ ή το body piercing ή με τη μορφή ενασχόλησης με επικίνδυνα αθλήματα ή εργασίες. Η αυτοπροσβολή πρέπει να λογίζεται ως «ακραία» μορφή της αυτοδιάθεσης: η ελεύθερη διάθεση του σώματος αποτελεί καταρχήν έκφανση της φυσικής ελευθερίας, εκδηλώνεται όμως και με αυτοτελές περιεχόμενο που αφορά επιτρεπόμενες δραστηριότητες λ.χ. τη δυνατότητα δωρεάς οργάνων ή, ως ένα βαθμό, την πορνεία αλλά και τη μισθωτή χειρωνακτική εργασία, αφορά δε και ανεπίτρεπτες πράξεις, όπως συμβαίνει λ.χ. με την απαγόρευση πώλησης οργάνων του σώματος. Έτσι, ειδικά η αυτοπροσβολή εκφεύγει του κανονιστικού εύρους της φυσικής ελευθερίας, καθώς αφορά τη δημόσια εικόνα και έκφραση του ατόμου και, κατά κύριο λόγο, επηρεάζει άμεσα τη ζωή οικείων και τρίτων. Συνεπώς είναι ορθότερη η κανονιστική θεμελίωσή της στην ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας.
Καθίσταται λοιπόν εμφανές ότι η ιδιαιτερότητα της κρίσης για τη νομιμότητα της ευθανασίας έγκειται όχι μόνο στην προβληματική για τη βούληση θανάτου από την πλευρά του ασθενούς, αλλά περαιτέρω στην ανακίνηση του ζητήματος του προσώπου και εν γένει του νομικού υποκειμένου. Συγκεκριμένα, η ευθανασία, ιδίως μάλιστα η αναζήτηση κριτηρίων για τη νομική διάκρισή της από την αυτοκτονία, αναδεικνύει στο δημόσιο διάλογο το γεγονός ότι στο σύγχρονο δίκαιο είναι αδιανόητη η εθελούσια κατάργηση της ιδιότητας του ανθρώπου και προσώπου, δηλαδή της ιδιότητας του νομικού υποκειμένου, λ.χ. όπως καταδεικνύεται με την απαγόρευση της δήμευσης της περιουσίας, με την απαγόρευση της εθελούσιας δουλείας, αλλά και με το μονοπώλιο της επιβολής της θανατικής ποινής, που «έχει σαν αντικείμενο τη στέρηση του θανάτου από τον ίδιο τον δικαιούχο, τη δήμευση της ελευθερίας του θανάτου»[12].
Πρόκειται, ίσως, για την άλλη όψη της απόλυτης προστασίας της ζωής από το Σύνταγμα και τον Ποινικό Νόμο. Πράγματι, έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η «αυθόρμητη» εναντίωση του δικαίου και η αμήχανη στάση του ποινικού νόμου στην αυτοκτονία[13], όπως υποδεικνύει η υποχρέωση αποτροπής όσων αποπειρώνται να αυτοκτονήσουν ή και με την επιβεβλημένη σίτιση όσων κάνουν απεργία πείνας. Έτσι, τα «εσωτερικά» κριτήρια του νόμου συνηγορούν καταρχήν υπέρ της γενικής απαγόρευσης της ευθανασίας: υποστηρίζεται λοιπόν ότι οι συνταγματικές προβλέψεις για την απόλυτη προστασία της ζωής δεν αφορούν ευθέως τα ζητήματα της εκούσιας ευθανασίας και της αυτοκτονίας: «Το Σύνταγμα προβλέπει την «απόλυτη» προστασία της ζωής. Το Σύνταγμα αφήνει ελεύθερο τον νομοθέτη να επιτρέψει ή να απαγορεύσει την αυτοκτονία οποιασδήποτε μορφής ή και ενδεχομένως να τιμωρήσει την απόπειρα αυτοκτονίας. Το αξιόποινο της συνδρομής τρίτου προσώπου ως βοηθού ευθανασίας ή αυτοκτονίας με την συναίνεση του παθόντος δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2, ο νομοθέτης είναι πάντως ελεύθερος να αποφασίσει για το αξιόποινο ή μη μιας τέτοιας πράξης. Επειδή η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 κατοχυρώνει το δικαίωμα διατηρήσεως, αλλά όχι περατώσεως της ζωής, δεν αντίκειται στην αστυνομική επέμβαση προς παρακώλυση της αυτοκτονίας ή στην αναγκαστική διατροφή των απεργών πείνας, όταν απειλείται άμεσα η ζωή τους. Δεν αποτελεί αντισυνταγματική παραβίαση του δικαιώματος της ζωής η προϋποτιθέμενη από το άρθρο 307 ΠΚ υποχρέωση λυτρώσεως άλλου από κίνδυνο ζωής, γιατί επιβάλλεται προς αποτροπή κινδύνου για τη ζωή του βοηθούμενου χωρίς κίνδυνο της ζωής ή της υγείας του βοηθούντος».[14] Στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα δεν θεσπίστηκε ποινή για την απόπειρα αυτοκτονίας, καθώς κρίθηκε άσκοπη και αναποτελεσματική, ωστόσο κατά την κυρίαρχη άποψη « η συμπεριφορά του αυτόχειρος είναι απηγορευμένη - τούτο αποτελεί αναπόδραστον συνέπειαν της απολύτου αξίας και προστασίας της ανθρώπινης ζωής»[15]. Το άρθρο 301 ΠΚ πάντως προβλέπει την τιμώρηση της συμμετοχής στην αυτοκτονία.
Για να συνοψίσουμε στο σημείο αυτό, η ζωή και η υγεία είναι ίσως τα βιοτικά αγαθά που κατεξοχήν προστατεύουν με απόλυτο τρόπο οι νόμοι, ωστόσο οι νόμοι παράλληλα κατοχυρώνουν το προνόμιο της θανάτωσης και της δικαιολογημένης σοβαρής προσβολής και διακινδύνευσης της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας μόνο για τα κρατικά όργανα (ως επιβολή ποινών ή μορφή διαφύλαξης του δημοσίου συμφέροντος). Κοντολογίς, το δίκαιο επιφυλάσσει για το κράτος το «αποκλειστικό» δικαίωμα κατάργησης της ιδιότητας του νομικού προσώπου και αποβολής του ατόμου από την κοινότητα των νομικών υποκειμένων.
Κεφάλαιο Β΄
Η εξουσία επί του σώματος του ασθενούς
Ώστε, ο λόγος των νομικών κρίσεων σχετικά με την ευθανασία θεμελιώνεται και οδηγεί σε μια πολύπλοκη σύνθεση δικαιϊκών, ηθικών, βιολογικών και ιατρικών μεγεθών που καλούνται να χαρακτηρίσουν τη σχέση μας με το σώμα με διαμεσολαβήσεις από αντίστοιχες έννοιες των επιστημών αυτών, όπως εαυτός, άνθρωπος, πρόσωπο καιζωή. Από την άποψη αυτή, ο λόγος για την ευθανασία έχει θετικές συνέπειες για τη νομική επιστήμη: παρακινεί στον (επαναπροσδι)ορισμό του χαρακτήρα του νομικού υποκειμένου, ανακινεί τα ερείσματα και τους σκοπούς αφενός της ατομικής αυτονομίας ως προς τη διάθεση του σώματος, αφετέρου δε της κρατικής παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή στο πλαίσιο της έννομης τάξης του δημοκρατικού κράτους δικαίου.
Ας μην μας διαφεύγει, όμως, ότι η νομικά κρίσιμη όψη της ευθανασίας συντίθεται από ενέργειες υποκειμένων με συγκεκριμένη κοινωνική ταυτότητα που δρουν, επιλέγουν και εκφέρουν τη βούλησή τους υπό συγκεκριμένες συνθήκες, οι οποίες συνυφαίνονται εξ ορισμού με τα ιατρικά και βιολογικά δεδομένα. Συγκεκριμένα, οι κρίσεις για τη νομιμότητά της αφορούν κατεξοχήν το θνήσκοντα, γενικότερα, όμως, το βαριά ασθενή που ακολουθεί θεραπευτική αγωγή, διότι πάσχει από ανίατη νόσο ή υποφέρει από σοβαρότατο τραυματισμό, με αποτέλεσμα η υγεία του να έχει ανεπανόρθωτα βλαφτεί ή και να υποφέρει από έντονους πόνους ή ακόμα και να βρίσκεται σε κατάσταση κώματος, σε βαθμό που αδυνατεί πλέον να ενεργήσει αυτόνομα. Ο τόπος, όπου ευρίσκεται ο ασθενής και γενικότερα «τα πρόσωπα που είναι ανίκανα να θέσουν τέρμα τα ίδια στη ζωή τους, για το λόγο δε αυτό είναι πολύ πιθανό να αιτηθούν ευθανασία, βρίσκονται τις περισσότερες φορές σε κλίνες ασθενείας και υπό επιτήρηση»[16], όχι μόνο στο νοσοκομείο ή την κλινική, αλλά και σε ένα ίδρυμα (π.χ. φροντίδας ηλικιωμένων), ένα σωφρονιστικό κατάστημα ή και στην ίδια την κατοικία τους.
Το αίτημα για ευθανασία έχει κατ' ουσίαν ως περιεχόμενο την επιθυμία για έναν καλό θάνατο. Ο όρος «ευθανασία» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον ΄Αγγλο φιλόσοφο Roger Bacon (1214-1294) και σημαίνει «τον θάνατον, ο οποίος επέρχεται εν ηρεμία, γαλήνη και άνευ αγωνίας, πόνων ή άλλων ενοχλήσεων του θνήσκοντος»[17]. Πρέπει να υπογραμμίσουμε, στο σημείο αυτό, ότι στην εποχή μας, παρά τον ορυμαγδό θαυματουργών ή έστω πολλά υποσχόμενων θεραπειών, εν μέσω μάλιστα απείρων νέων ασθενειών και επανεμφάνισης παλαιοτέρων, η πατερναλιστική αντίληψη για τη την αναντίρρητη υπεροχή του ιατρού στη σχέση του με τον ασθενή έχει υποχωρήσει. Η «τεχνοκρατική» έμφαση στην ασθένεια και την ίαση ή την αγωγή από τον ιατρό δεν επιτρέπεται πλέον να υποσκελίζει τον ασθενή ως προσωπικότητα με ελεύθερη βούληση. «Οι εντολές του γιατρού [doctor's orders] έγιναν συστάσεις»[18] και υποκαθίστανται από τη συνεργασία και την επιλογή μεταξύ εναλλακτικών θεραπευτικών προσεγγίσεων, όπου την πρωτοβουλία - ήδη με το δικαίωμα επιλογής ιατρού και ιδρύματος - καταρχήν έχει ο ασθενής. Μολονότι στην ιατρική ηθική και δεοντολογία δεν επικρατεί ομοφωνία απόψεων, γίνεται πλέον δεκτό ότι η θεώρηση της ιατρικής ως επιστήμης που «σώζει ζωές» δεν πρυτανεύει έναντι των υποχρεώσεων των ιατρών να ανακουφίζουν από τον πόνο. Η διάσωση από κίνδυνο ζωής και σωματικής ακεραιότητας, η αποκατάσταση της υγείας και ευεξίας και η ανακούφιση από τους πόνους ως λογικά εμμενείς υποχρεώσεις του ιατρού συνιστούν αναγκαία, αλλά όχι ικανά ούτε πάντως αποκλειστικά κριτήρια για την ηθική και νομική κρίση περί ευθανασίας. Σε κάθε περίπτωση, «η μείωση των πόνων, εφόσον δεν συνεπάγεται σύντμηση της ζωής, αποτελεί υποχρέωση του γιατρού απέναντι στον ασθενή του. Ο γιατρός, από τη στιγμή που αναλαμβάνει την περίθαλψη ενός αρρώστου δεν έχει απλώς υποχρέωση θεραπείας, αλλά και υποχρέωση να παίρνει όλα τα κατάλληλα μέτρα, ώστε ο ασθενής να μην υποφέρει»[19]. Η εγγυητική θέση του ιατρού, στο πλαίσιο της σύμβασης ιατρικής αγωγής, διέπεται καταρχήν από την ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή του προς διατήρηση της ζωής, ωστόσο δεν φαίνεται να έχει ως λογικό περιεχόμενο την υποχρέωση παράτασης της ζωής με κάθε τρόπο και σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τη βούληση των ασθενών και των οικείων τους, ιδίως δε όταν η ποιότητα της παρατεινόμενης ζωής χαρακτηρίζεται από μόνιμη βάσανο και δραστικό περιορισμό ή και απώλεια των εκφραστικών δυνατοτήτων. Η στάση αυτή απηχεί, με τα λόγια του A.Eser, μια «ενστικτώδη άμυνα έναντι μιας Ιατρικής, που, με τη διαρκή τεχνολογική της εξέλιξη, έχει την τάση να υποβιβάζει διαρκώς τον ασθενή σε απλό αντικείμενο μιας εκ των προτέρων προγραμματισμένης θεραπευτικής μηχανής»[20].
Ωστόσο, ο διάλογος μεταξύ των νομικών για τη συνάφεια των μορφών ευθανασίας με την ανθρωποκτονία και τα προβαλλόμενα κριτήρια διάκρισης (πράξη και παράλειψη, διακοπή ή αποχή από θεραπεία κ.λ.π.) έχει «ιατροκεντρικό» χαρακτήρα: κυριαρχεί το ζήτημα του ποινικού χαρακτηρισμού των ενεργειών του ιατρού, από τον οποίο ζητείται ή ο οποίος καλείται να κάνει ευθανασία. Κατά συνέπεια, η μέχρι σήμερα νομοθετική πρωτοβουλία αποβλέπει αποκλειστικά στη μεταρρύθμιση του Ποινικού Κώδικα. Στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα η επιστήμη εντοπίζει στο άρθρο 300 περί ανθρωποκτονίας με συναίνεση τη νομοθετική πραγμάτευση ή και λύση, σύμφωνα με ορισμένους, του προβλήματος της ευθανασίας, με την αναγνώριση του άδικου χαρακτήρα της, για την οποία όμως επιβάλλεται μικρότερη ποινή. Υπογραμμίζεται, πάντως, ότι η ρύθμιση υπάγει μόνο την περίπτωση του πάσχοντος από ανίατη πάθηση που προβάλλει σπουδαία και επίμονη απαίτηση για την θανάτωσή του. Για το λόγο αυτό, υποστηρίζεται, ορθά, ότι «μπορεί ο νομοθέτης να θεωρεί την κατ' απαίτηση ανθρωποκτονία άδικη, δεν έχει όμως πάρει θέση για την περίπτωση που η ανθρωποκτονία αφορά άτομο, το οποίο πεθαίνει και μάλιστα με επώδυνο τρόπο»[21]. Συνεπώς, από την άποψη αυτή, η ευθανασία δεν έχει ρυθμιστεί ειδικά και με πληρότητα στη νομοθεσία μας.
Η συνταγματική σκοπιά, ειδικά δε η αναζήτηση των συνταγματικών δικαιωμάτων του ασθενούς, εξετάζεται από την παραδοσιακή προσέγγιση παρεμπιπτόντως, μεθοδολογικά δε λαμβάνεται υπόψη εκ των υστέρων, κατά τη διερεύνηση τυχόν λόγου άρσεως του αδίκου ή μη επιβολής ποινής. Θεωρούμε ότι από νομική και ηθική άποψη το πρωτείο πρέπει να δοθεί στην έκφραση της βούλησης του ασθενή, η οποία λαμβάνει τη μορφή είτε θετικού αιτήματος (για τη χορήγηση θανατηφόρων σκευασμάτων) είτε άρνησης (συνέχισης της ιατρικής αγωγής, λήψης ορού και φαρμάκων, παραμονής σε νοσοκομείο ή ίδρυμα). Ο ασθενής ζητά «να σηκωθεί να φύγει» ή να «πάρουν τα μηχανήματα και τα φάρμακα μακριά του» ή «να πιεί το κώνειο». Πρόκειται ουσιαστικά για μια βούληση θανάτου, η οποία έχει εξεταστεί ήδη στο πλαίσιο του δικαιώματος στην αυτοκαταστροφή και μάλιστα ως δικαίωμα «στο θάνατο»[22], προσέγγιση η οποία ωστόσο ελέγχεται για τη νομική ακριβολογία της και για την ελλειπή, αν και ομολογουμένως δύσκολη, διαφοροποίηση από την αυτοκτονία, όπως θα εξηγήσουμε στα επόμενα.
Στο δικαίωμα για ευθανασία αντιπαρατίθεται από ορισμένους συγγραφείς η απόλυτη προστασία της ζωής ως υποχρέωση κάθε πολιτείας, που προβάλλει ως υπερατομική επιταγή και εξ αντικειμένου δέσμευση του δικαίου, εν τέλει ως «έσχατο περιεχόμενο» κάθε έννομης τάξης. Το απόλυτο της προστασίας αυτής θεωρείται ότι καλύπτει και τον ίδιο το φορέα του έννομου αγαθού. Υποστηρίζεται λοιπόν ότι το άτομο δεν δικαιούται να παραιτηθεί από το δικαίωμά του στη ζωή, καθώς η έννομη τάξη έχει η ίδια συμφέρον να διατηρηθεί αυτό το αγαθό ακόμα και ενάντια στη βούληση του «φορέα» του αγαθού. Συνάγεται, λοιπόν, λογικά και με βάση τους συνταγματικούς κανόνες για την απόλυτη προστασία της ζωής αλλά και της αξίας του ανθρώπου, ότι ο άνθρωπος ως εμπειρικό άτομο έχει νομική υποχρέωση -προς τον «νομικό» εαυτό του, τους άλλους και το κράτος- να ζει, όπως παλαιότερα είχε την υποχρέωση έναντι του Θεού, να μην καταστρέφει τη «ζωή» του[23]! Το άτομο διαχειρίζεται, αλλά δεν ορίζει τη βιολογική και σωματική του υπόσταση, η οποία σε τελική ανάλυση ανήκει στην έννομη τάξη, επομένως η αυτοκτονία και η ευθανασία, ως εκφάνσεις της αυτοκαταστροφής, θεωρούνται παράνομες πράξεις[24]. Από ορισμένους, μάλιστα, γίνεται σύγκριση της ευθανασίας ως παραίτηση από το δικαίωμα στη ζωή με τη δουλεία, με την έννοια ότι «ένα πρόσωπο δεν πρέπει να έχει το δικαίωμα να κατέχει ένα άλλο, ακόμα και με τη συναίνεση του άλλου, διότι είναι ένα θεμελιώδες ηθικό σφάλμα για ένα πρόσωπο να παραδίδει τη ζωή και την μοίρα του σε ένα άλλο»[25].
Στην πραγματικότητα, είναι ο νομικά εμμενής χαρακτήρας της αυτοκτονίας όσο και της ευθανασίας που προκαλούν απορία στη νομική σκέψη, καθώς κατ' ουσίαν συνιστούν και συνεπάγονται, ιδίως η αυτοκτονία, μια μορφή εθελούσιας εξόδου από τη νομική κοινότητα και παραίτησης από την (απονεμημένη) ιδιότητα του υποκειμένου δικαίου. Έτσι δικαιολογείται και η παραδοσιακή θεολογική - φιλοσοφική και νομική άρνηση της αυτοκτονίας και, μέχρι πρότινος, της ευθανασίας, που φαίνονται, για το λόγο αυτό, να αντιτίθενται στην ίδια την ιδιότητα του ανθρώπου και του έλλογου όντος. Η γενική απαγόρευση της αυτοκαταστροφής προκύπτει ως λογική συνέπεια της ιδιότητας του προσώπου και του υποκειμένου δικαίου. Ωστόσο, με τη θεώρηση αυτή μοιραία ανάγεται ή έστω συγχέεται το νομικό με το βιολογικό στοιχείο, κινδυνεύει δε να ταυτιστεί η νομική κανονιστικότητα με τη βιολογική κανονικότητα, καθώς παρουσιάζεται ως λογική και οντολογική υποχρέωση και οφειλή του νομικού υποκειμένου το να «ζει» ως «σκέτο» έμβιο ον: η κοινωνική ύπαρξη του ατόμου ανάγεται σε βιολογική οντότητα! Λογική μάλιστα συνέπεια της εν λόγω υποχρέωσης δεν μπορεί παρά να είναι, ότι η άρνηση υποβολής ή παραμονής σε θεραπευτική - ιατρική αγωγή από την πλευρά του ατόμου συνιστά πάντοτε και ανεξάρτητα από την ύπαρξη ειδικού δημοσίου συμφέροντος παράλογη και παράνομη παραβίαση νομικής υποχρέωσης του να είναι «υγιής» ή ίσως «έλλογος», με προφανείς συνέπειες για τις ελευθερίες, ιδίως δε των εξαρτημένων[26], καπνιστών, των πασχόντων από ψυχικά νοσήματα ή και άλλων τυχόν «γενετικά» παραβατικών προσωπικοτήτων.
Κεφάλαιο Γ΄
Μορφές ευθανασίας και το δικαίωμα προσδιορισμού της ιατρικής αγωγής
Η δύσκολη διάκριση, πραγματική και νομική, μεταξύ ευθανασίας και αυτοκτονίας ασφαλώς βαραίνει στην απροθυμία του νόμου να αναγνωρίσει το αίτημα του θνήσκοντος ή του βαριά ασθενούς. Πράγματι, με τα λόγια του Eser, «Διερωτάται κανείς αν είναι πράγματι τόσο διάφορες μεταξύ τους η αυτοκτονία και η απαίτηση για ευθανασία»[27]. Από νομική σκοπιά επισημαίνεται ότι η μορφή και οι συνθήκες της αυτοπροσβολής και αυτοκαταστροφής, αλλά και η κοινωνική αξιολόγησή τους, καθορίζουν το νομικό περιεχόμενο αυτών των εννοιών. Ειδικότερα, η απαίτηση και η επιλογή της ευθανασίας ανακύπτει άμεσα στο τρίπτυχο των σχέσεων ασθενούς - συγγενή - ιατρού, όπου ο φορέας των κρίσιμων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δεν είναι απλά ο καθένας (που π.χ. αποπειράται να αυτοκτονήσει λ.χ. για συναισθηματικούς ή οικονομικούς λόγους), αλλά άτομο, του οποίου η σωματική υγεία όχι μόνο δεν είναι καλή, όπως την εννοεί η κοινή πείρα και λογική, αλλά χειροτερεύει διαρκώς, χωρίς πιθανότητα ανάρρωσης, με συνέπεια τη συνεχή ή διαρκή φυσική φθορά ή και πόνο του ατόμου, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, νοσηλεύεται ή ακολουθεί κάποια ιατρική αγωγή για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων υγείας. ΄Ανθρωποι στο τελικό στάδιο ανίατης νόσου ή άνθρωποι πριν ή μέσα στο οδυνηρότερο στάδιο ή και άνθρωποι με μεγάλο βαθμό αναπηρίας καθηλωμένοι σε κρεβάτια ή καροτσάκια, οι οποίοι έχουν περιέλθει σε μεγάλη ή και απόλυτη εξάρτηση από τρίτους και μηχανήματα ή φάρμακα για την όποια εξωτερίκευση των επιθυμιών τους, εκδηλώνουν την επιθυμία τους να διακόψουν την αγωγή τους ή να λάβουν σκευάσματα που οδηγούν στο θάνατο, ζητούν λοιπόν να προβούν σε ευθανασία. Σε κάθε άλλη περίπτωση υγιούς ή ελαφρά ασθενούς ατόμου ή και βαριά ασθενούς που αποφασίζει π.χ. να αυτοακρωτηριαστεί ή να τερματίσει τη ζωή του χωρίς να εκφράσει δημοσίως αίτημα για ιατρικής μορφής συνδρομή για έναν «καλό θάνατο», δεν τίθεται ζήτημα ευθανασίας, αλλά αυτοκτονίας ή αυτοπροσβολής, που κρίνεται με τις γενικότερες ρυθμίσεις για την προστασία της ζωής και την αυτοδιάθεση.
Έτσι, η επιλογή της ευθανασίας ανακύπτει σε κατάσταση που χαρακτηρίζεται από διαρκή πόνο και εκφυλισμό της υγείας, μεγάλη ή και απόλυτη και συνεχή εξάρτηση από μηχανική και ιατρική υποστήριξη, κυρίως για να απαλύνεται ο πόνος. Η κρίσιμη κατάσταση χαρακτηρίζεται επίσης από σημαντική ή και ολική (σε περίπτωση ασθενών σε κώμα) έλλειψη αυτενέργειας και έκφρασης της βούλησης του ασθενή, από απώλεια της αυτονομίας του. Συνεπώς, κριτήριο για τη νομική διάκριση και κρίση της ευθανασίας σε αντίθεση με την αυτοκτονία μπορεί να αποτελέσει το δεδομένο ότι ο θνήσκων ή βαριά ασθενής (ή, στην ακραία περίπτωση, οι συγγενείς του), η υγεία του οποίου δεν πρόκειται πλέον να βελτιωθεί, εκφέρει δημοσίως, επανειλημμένα και ενσυνείδητα αίτημα με περιεχόμενο τη διακοπή της ιατρικής αγωγής ή την αλλαγή αυτής, με συνδρομή ιατρού ή νοσηλευτή, ώστε να επισπευθεί ανώδυνα ο θάνατος του. Υπό τις συνθήκες αυτές, η απαίτηση και η επιλογή της ευθανασίας δεν συνιστά -με την επιφύλαξη της ιατρικά υποβοηθούμενης αυτοκτονίας, όπως θα εξηγήσουμε- από νομική άποψη μορφή αυτοκτονίας ούτε μορφή απλής αυτοπροσβολής ή ανθρωποκτονίας με συναίνεση, παρά μια ιδιάζουσα περίπτωση αυτοδιάθεσης του σώματος, η οποία συνέχεται από το στοιχείο του προσδιορισμού της ιατρικής αγωγής από τον ασθενή.
Πράγματι, η ιατρική και νομική θεωρία διακρίνουν ειδικότερα την εκούσια ευθανασία σε «ενεργητική» και «παθητική» με κριτήριο τη μορφή παρέμβασης στην αγωγή του πάσχοντος. Στην πρώτη περίπτωση, η επέμβαση γίνεται με την ενεργή και θετική μεσολάβηση τρίτου, συνήθως ιατρού, και με συγκεκριμένες ενέργειες ιατρικής ή φαρμακευτικής αγωγής που οδηγούν σε ή επιφέρουν την ανώδυνη σύντμηση της ζωής. Στη δεύτερη περίπτωση, η ευθανασία συνίσταται στο ότι ο ασθενής αφήνεται να πεθάνει με την παράλειψη τρίτων, οικείων ή ιατρών, να λάβουν μέτρα συντήρησής του στη ζωή, είτε με το να μην υποβάλλεται καθόλου σε αγωγή είτε με το να διακόπτεται αυτή μετά από αίτημά του. Η περίπτωση της ιατρικά υποβοηθούμενης αυτοκτονίας, στην οποία χορηγείται στον ίδιο τον ασθενή το φαρμακευτικό μέσο για τη σύντμηση και τον τερματισμό της ζωής του, πρέπει καταρχήν να θεωρηθεί ως ιδιαίτερη μορφή ενεργητικής ευθανασίας[28].
Βέβαια, οι προτεινόμενες διακρίσεις και τα σχετικά κριτήρια αφορούν σε τελική ανάλυση στις ενέργειες του ιατρού και στο ποινικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν[29]. Όπως επισημαίνει ο Bernard Gert, οι διακρίσεις «εσφαλμένα εστιάζουν στο τι κάνει ή δεν κάνει ο ιατρός - αλλά δεν λαμβάνουν υπόψη επαρκώς τις αποφάσεις του ασθενούς- εάν πρόκειται για αίτημα ή για άρνηση. Η επεξήγηση των υποχρεώσεων του ιατρού απαιτεί τη χρήση της καθιερωμένης ιατρικής διάκρισης μεταξύ αιτημάτων και αρνήσεων»[30]. Σε όλες τις περιπτώσεις ο ασθενής ρητά ή έμμεσα -με τη χρήση τεκμηρίων, όταν αυτός/ή αδυνατεί να εξωτερικεύσει την παρούσα βούλησή του- δεν εκδηλώνει την επιθυμία απλά να πεθάνει, αλλά είτε αρνείται την ιατρική και φαρμακευτική αγωγή ή τη συνέχισή της είτε περαιτέρω διατυπώνει το αίτημα να προσανατολιστεί η ιατρική μέριμνα αποκλειστικά στην απαλλαγή του από τους πόνους και τα βάσανα της θεραπείας (είτε με την παράλειψη κάθε ιατρικής και νοσοκομειακής εμπλοκής στην αυτοδιάθεση του σώματός του και με τη διαμετακόμιση στην οικία του, είτε με την αποσύνδεση μηχανημάτων, είτε με τη λήψη φαρμάκων από τον ιατρό ή από τον ίδιο κατόπιν χορήγησής τους από τον ιατρό).
Έτσι, η συνταγματική θεώρηση της ευθανασίας προτάσσει την ειδική μορφή του αρνητικού αιτήματος για διακοπή της θεραπείας (παθητική εκούσια ευθανασία) ως το αναγκαίο για τον ασθενή μέσο για την απαλλαγή και «απελευθέρωσή» του από επώδυνη ή και ανίατη νόσο, με συνέπεια -κατ' αρχήν αδιάφορη και εξωτερική του νόμου - το θάνατο του ατόμου[31]. Αλλά και το θετικό αίτημα για την παροχή θανατηφόρων σκευασμάτων από το νοσηλευτή - ιατρό (ενεργητική ευθανασία) ή των αναγκαίων μέσων στον ίδιο τον ασθενή, ώστε να απαλλαγεί ο ίδιος από τους πόνους και τη βάσανο της νόσου (ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία) προϋποθέτει το αίτημα της διακοπής της ακολουθούμενης θεραπείας ή αγωγής. Σε κάθε περίπτωση, η παθητική και η ενεργητική ευθανασία έχουν κοινό νομικό παρονομαστή: την ανάληψη της ευθύνης για την αγωγή και την πορεία της νόσου και τελικά της ανάληψης της ευθύνης για την επέλευση του θανάτου από τον ίδιο τον ασθενή[32].
Για το λόγο αυτό, τίθεται ζήτημα αξιολόγησης και σεβασμού του αιτήματος του ασθενούς για τη διακοπή της θεραπείας και περίθαλψης, ώστε να μην υποβιβάζεται σε αντικείμενο ιατρικής αγωγής και, εντέλει, σε απλή βιολογική οντότητα, «διαφορετικά η προστασία της ζωής θα διεστρέφετο σε εξαναγκασμό προς το ζην»[33]. Η βούλησή του ασθενούς που ζητά την ευθανασία δεν είναι λοιπόν μία ανορθολογική βούληση για έναν αδιαφοροποίητο θάνατο, όπως ίσως συμβαίνει με την αυτοκτονία: από νομική άποψη το αίτημα και το δικαίωμα στην ευθανασία έγκειται στην επιθυμία του ασθενούς ή θνήσκοντος να διαθέσει το σώμα του διακόπτοντας την ακολουθούμενη ιατρική αγωγή. Δεν είναι νομικό παράδοξο: η ευθανασία, ως συνταγματικό δικαίωμα, του ασθενούς, αποτελεί μορφή άρνησης της θεραπείας και, μέχρι ενός σημείου, μορφή επιλογής ιατρικής - φαρμακευτικής αγωγής. Η συνειδητή άρνηση της θεραπευτικής αγωγής [“informed refusal”] είναι το δικαίωμα του ασθενούς «να αρνηθεί μία μέθοδο διαγνωστικής ή θεραπευτικής αγωγής ή να αρνηθεί πλήρως την θεραπευτική αγωγή», ακριβώς «ασκώντας το δικαίωμά του για αυτοδιάθεση»[34]. Από τη σκοπιά αυτή, η εκούσια ευθανασία μπορεί να θεωρηθεί ως μορφή αυτοπροσδιορισμού, θετικό δικαίωμα του ασθενούς σε τρόπο ζωής, στον καθορισμό του ευ ζειν με τον προσδιορισμό του τέλους της ζωής, με την επιλογή του τρόπου και χρόνου του θανάτου[35].
Η συνταγματική θεμελίωση του δικαιώματος στην ευθανασία καλύπτει επομένως καταρχήν και τις δύο μορφές ευθανασίας, τόσο την παθητική όσο και την ενεργητική, με βάση τις ακόλουθες παραδοχές:
- η συνταγματική προστασία της ζωής δεν οδηγεί στην υποχρέωση να ζει κανείς (όπως και η προστασία της υγείας δεν συνεπάγεται την πλήρη απαγόρευση του καπνίσματος ή του αλκοόλ), παρά μόνο με την προσφυγή σε κατασκευές που ανάγουν τα άτομα σε απλά βιολογικά όντα, τη ζωή σε σκέτο βιολογικό φαινόμενο και την κρατική εξουσία σε «βιοεξουσία»[36],
- η ευθανασία είναι ένας τρόπος αυτοδιάθεσης, διάθεσης του σώματος, ο οποίος μάλιστα δεν οδηγεί καταρχήν σε προσβολή δικαιώματος τρίτων και επομένως ούτε της αντικειμενικής υποχρέωσης του Κράτους να προστατεύει τη ζωή και την υγεία,
- είναι κοινά τα στοιχεία της άρνησης της θεραπείας, του δημόσιου αιτήματος για διακοπή της αγωγής και για την απαλλαγή από τη βάσανο της νόσου, της απαξίας, από ηθική και νομική άποψη, που έχει η επιβολή ιατρικής αγωγής σε περίπτωση σοβαρής βλάβης της υγείας και ανυπόφορης βασάνου χωρίς προοπτική ανάνηψης και με παράλληλη απώλεια αυτενέργειας.
Ωστόσο, επιβάλλεται η διαφοροποίηση στη νομοθετική μεταχείρισή τους και ειδικά στο Ποινικό Δίκαιο, καθώς η ενεργητική ευθανασία συνίσταται επιπλέον στο αίτημα για την άμεση συνδρομή της πολιτείας, στο πρόσωπο του ιατρού, για τη σύντμηση της ζωής και τον προσδιορισμό της αγωγής στη λήψη θανατηφόρων σκευασμάτων, ώστε να επέλθει η απαλλαγή από τη βάσανο.
Κεφάλαιο Δ΄
Το περιεχόμενο της ελευθερίας στο κρίσιμο αίτημα του ασθενούς
Δικαίωμα στο «θάνατο» μπορεί ίσως να νοηθεί μόνο ως «δικαίωμα» στην αυτοκτονία. Όμως, η αυτοκτονία είναι, με μία αυστηρή νομική θεώρηση, ενέργημα που δεν μπορεί να τυποποιηθεί στο νόμο με το να «απαγορευτεί» ή «επιτραπεί», αν και είναι ιστορικά γνωστή η «ποινικοποίησή» της στο παρελθόν. Ο λόγος είναι ότι όποιος επιχειρεί να αυτοκτονήσει εξ ορισμού δεν επικαλείται κανένα νομικό δικαίωμα και ουσιαστικά εξέρχεται «αυθαίρετα» στη «φυσική κατάσταση». Για το λόγο αυτό άλλωστε, η αυτοκτονία δεν προσλαμβάνει - αντίθετα με την ευθανασία - δημόσιο χαρακτήρα, όταν δε τούτο συμβαίνει με τις «απόπειρες» αυτοκτονίας, ενώπιον κοινού και ΜΜΕ, τότε στην πραγματικότητα πρόκειται για ιδιάζουσες μορφές αυτοπροσβολής και αυτοκαταστροφής που προφανώς απαιτούν την αντίδραση του νόμου. Αντίθετα, από τη σκοπιά της έννομης τάξης, νομική υποχρέωση αποτροπής από την αυτοκτονία δεν υφίσταται, παρά μόνο στο βαθμό ακριβώς που προσβάλλονται αγαθά τρίτων. Επομένως, θα ήταν καταρχήν συνταγματικά επιτρεπτή η μη επέμβαση των κρατικών οργάνων για την αποτροπή αυτοκτονίας, όταν αυτή πραγματοποιείται χωρίς δημοσιότητα ή και δεν ζητείται αυτό από τρίτους με δικαιολογημένο συμφέρον ή από τον ίδιο τον αυτόχειρα.
Η απουσία της προσβολής δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων χαρακτηρίζει καταρχήν και την ευθανασία. Ειδικότερα, κατά την παθητική ευθανασία η πρόθεση του ιατρού, ο οποίος κατ' απαίτηση δεν προχωρεί σε ή διακόπτει τη θεραπεία, είναι να συμμορφωθεί με την άρνηση του ασθενούς και προφανώς όχι να το σκοτώσει. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, υφίστανται ήδη οι δυνατότητες άμεσης συνταγματικής θεμελίωσης της παθητικής ευθανασίας ως μορφής άρνησης θεραπείας κατ' άσκησιν του δικαιώματος αυτοδιάθεσης βάσει του άρθρου 5 παρ. 1 Συντ. Μάλιστα, μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι στην παθητική ευθανασία δεν γίνεται κατά κυριολεξία λόγος για δικαίωμα αυτοκαταστροφής, καθώς το αποτέλεσμα της επέλευσης του θανάτου είναι εξωτερικό του νόμου και της άσκησης του δικαιώματος. Πράγματι, η αποβίωση δεν επέρχεται αυτονόητα τη χρονική στιγμή άρνησης της ιατρικής θεραπείας, ίσως δε και αρκετά αργότερα, ακόμα και μετά την προσφυγή σε άλλες, μη συμβατικά ιατρικές αγωγές ή «ανώτερες δυνάμεις», τις οποίες προφανώς το άτομο έχει αναμφίβολα δικαίωμα να επιλέξει ως οδό καταφυγής[37]. Η παθητική ευθανασία επομένως δεν είναι αξιόποινη, ιδίως όταν «η παράλειψη διατήρησης της ζωής -κατ' ασφαλή ιατρική πρόγνωση- δεν παρίσταται ως ενδεδειγμένη»[38].
Ζήτημα ανθρωποκτονίας και ειδικής ποινικής μεταχείρισης τίθεται για την ενεργητική ευθανασία και την ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία, καθώς είναι αναγκαία η άμεση συμμετοχή τρίτου για την ικανοποίηση του αιτήματος του ασθενούς. Τούτο, διότι η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιατρού, βάσει της εγγυητικής θέσεώς του, να διατηρεί τη φυσική λειτουργία του οργανισμού ακόμα και με τεχνητά μέσα για κάποιο διάστημα, λήγει μεν, όταν αυτή η διατήρηση «δεν είναι πια εφικτή. Τούτο δεν σημαίνει όμως, ότι από εκείνο και μετά μπορεί με θετική ενέργεια να συντομεύει τη ζωή»[39].
Έρεισμα για τη συνταγματική νομιμότητα της ενεργητικής ευθανασίας παραμένει κυρίως η ελευθερία αυτοπροσδιορισμού, η οποία εν προκειμένω εμπεριέχει ασφαλώς και το στοιχείο της αυτοκαταστροφής. Όπως και στην παθητική ευθανασία, τα στοιχεία: α) της ιδιότητας του ατόμου ως ασθενούς που ακολουθεί ιατρική αγωγή, β) του δημόσιου αιτήματος για διακοπή της ακολουθούμενης αγωγής, γ) των κοινωνικών σχέσεων, με τις οποίες συνυφαίνεται το αίτημα της ευθανασίας (σχέση με τον ιατρό, το ίδρυμα κ.α.), δ) της αυτοπροσβολής και ε) εντέλει της απόφασης για τον τρόπο του θανάτου, συνηγορούν για τη θεμελίωση της συνταγματικής νομιμότητάς της στην ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας και όχι τόσο στην προσωπική, φυσική ελευθερία του άρθρου 5 παρ. 1 Συντ. Μάλιστα, στην περίπτωση ενεργητικής ευθανασίας, η νομική και ειδικά συνταγματική απαξία της βασάνου και της παράτασης του ανυπόφορου βίου του ασθενούς, που εντοπίζεται στα άρθρα 2 παρ. 1 και 7 παρ. 2 Συντ., αποκτά εδώ κεντρικό χαρακτήρα και συνιστά πρόσθετο έρεισμα για την υπό όρους νομιμότητα της. Ο δικαιολογητικός λόγος, οι προϋποθέσεις της άρνησης θεραπείας και του δημόσιου χαρακτήρα του αιτήματος του ασθενούς που ζητά τη συνδρομή της πολιτείας, όπως αναπτύχθηκαν ανωτέρω, είναι κοινά και στις δύο μορφές ευθανασίας, θα ήταν επομένως άτοπη λογικά και νομικά η αναγνώριση της νομιμότητας μόνον της παθητικής ευθανασίας.
Επομένως, όταν ο ασθενής σε πλήρη συνείδηση και επανειλημμένα -για να αναφερθούμε στην ευχερέστερη περίπτωση- ζητεί τη διακοπή της θεραπείας του είτε με παραλείψεις των ιατρών είτε με ενέργειές τους, τότε οι ιατροί, το ιατρικό προσωπικό και εν γένει το δημόσιο σύστημα υγείας είναι υποχρεωμένα να παράσχουν τη συνδρομή τους και να απόσχουν από κάθε αντίθετη ιατρική πρακτική, ώστε ο ασθενής να επιτύχει την ευθανασία του. Οι αντιρρήσεις των συγγενών και των ιατρών δεν μπορούν να αντιταχθούν σε αυτήν καθ' εαυτήν τη βούληση του ασθενούς για ευθανασία (εκτός εάν υπάρχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση μελλοθανάτου, ή ο ασθενής είναι ανήλικος ή μειωμένου καταλογισμού κ.α.)[40].
Συνακόλουθα, κρίσιμο στοιχείο για τη νομική ρύθμιση είναι η εξασφάλιση του γνησίου και σταθερού αιτήματος του ασθενούς (μέσω ακόμα και πληρεξουσίων, διαθηκών εν ζωή κ.λ.π.) και η εγγύηση της ιατρικής διαμεσολάβησης είτε με την παροχή από το κράτος κατάλληλων μέσων είτε με την προϋπόθεση συμμετοχής ιατρού στη διαδικασία της ευθανασίας. Έτσι, τα μείζονα προβλήματα ανακύπτουν στην περίπτωση που ο ασθενής έχει απολέσει τη δυνατότητα να εκφράσει τη βούλησή του λόγω της κατάστασης του[41]. Συγκεκριμένα, όταν βρίσκεται αμετάκλητα σε κώμα ή κατάσταση «φυτού» και οι οικείοι και συγγενείς του ζητούν την ευθανασία του, ενώ είναι πιθανή και η άρνηση ιατρικής στήριξης από πλευράς δημοσίου ιδρύματος σε περίπτωση ασθενούς με μακρόχρονη, πλήρη και μόνιμη απώλεια συνείδησης. Τότε η λύση για το δίκαιο, όταν δεν προκρίνεται η γενική απαγόρευση της ευθανασίας, είναι η καταφυγή, όπως έχει αναπτυχθεί στη νομολογία ιδίως αμερικανικών δικαστηρίων, σε τεκμήρια μιας εικαζόμενης βούλησης, με όλα τα ενδεχόμενα αυθαίρετων ερμηνειών για τη διαμόρφωση κρίσης που γίνεται, ούτως ή άλλως, ερήμην του ενδιαφερόμενου αλλά, όπως το θέλει το δίκαιο, προς το συμφέρον του. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πάντως, η διατήρηση στη ζωή ενός τέτοιου ασθενούς ισοδυναμεί με τον υποβιβασμό του σε πράγμα -απλή βιολογική οντότητα- και άρα πρόκειται για παράνομη πρακτική που αντίκειται στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και λίγο απέχει, όπως και γενικότερα στην περίπτωση της εξαναγκαστικής θεραπείας, από την απάνθρωπη και ατιμωτική μεταχείριση, καθώς μάλιστα σε αυτές τις οριακές περιπτώσεις η αγωγή δεν είναι πλέον θεραπευτική, αλλά αγωγή παράτασης της ζωής. Η συνέχισή της, επομένως, «προσκρούει στην ανθρώπινη αξία και στο άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.: ουσιαστικά ο ανήμπορος άνθρωπος καθίσταται μέσο για τη συνέχιση της υπηρεσίας ευγενών μεν σκοπών, όπως -η διατήρηση του όρκου του Ιπποκράτη κ.λπ., όχι ικανών όμως να ακυρώσουν το δικαίωμα να πεθαίνει κανείς με αξιοπρέπεια»[42]. Συνεπώς, τόσο οι συγγενείς και οικείοι του ασθενούς δικαιούνται οπωσδήποτε να απαιτήσουν τη διακοπή της θεραπείας, όσο και οι δημόσιες αρχές υποχρεούνται να απέχουν από παρόμοιες ατιμωτικές μεταχειρίσεις. Όπως, μάλιστα, υποστηρίζει ο J.Feinberg «δεν υπάρχει κανένα κρατικό συμφέρον για την διατήρηση μιας απλά βιολογικής μορφής ζωής χωρίς συνείδηση»: δεν μπορεί να αξιώνεται προστασία για μία ζωή πλήρως αποσυνδεδεμένη από το ζων πρόσωπο[43].
Ο πρόσφατος ολλανδικός νόμος για τον «τερματισμό της ζωής κατ' απαίτηση και την υποβοηθούμενη αυτοκτονία» [«Termination of Life on Request and Assisted Suicide (Review Procedures) Act] «νομιμοποιεί» την ενεργητική ευθανασία και την ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία, προσδιορίζοντας καταρχάς τα αντικειμενικά κριτήρια για τη νόμιμη υποβολή του αιτήματος του ασθενούς, για τη διαπίστωση και τήρηση των οποίων είναι επιφορτισμένος ο θεράπων ιατρός. Από αυτά επισημαίνουμε: α) το εθελούσιο και ώριμο αίτημα του ασθενούς, β) το ανυπόφορο της βασάνου και την έλλειψη κάθε πιθανότητας βελτίωσης, γ) το κοινό συμπέρασμα ιατρού και ασθενούς ότι δεν υφίσταται άλλη εύλογη εναλλακτική λύση, αλλά και δ) την αναγκαία προσφυγή στη γνώμη τρίτου ιατρού, ο οποίος θα αποφανθεί για τα παραπάνω. Το νομοθέτημα δίνει τη δυνατότητα στον ασθενή άνω των 16 ετών να υποβάλλει γραπτή δήλωση, με την οποία δηλώνει την επιθυμία του για ευθανασία, η οποία λαμβάνεται υπόψη και γίνεται σεβαστή βάσει των παραπάνω σε περίπτωση που ο ασθενής περιέλθει σε κατάσταση που αδυνατεί πλέον να εξωτερικεύσει τη βούλησή του[44]. Στη συνέχεια ο νόμος προβλέπει αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα, με τις οποίες η ευθανασία και η ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία καθίστανται λόγοι άρσεως του αδίκου για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από οίκτο και της συμμετοχής στην αυτοκτονία, προκειμένου για τους ιατρούς που θα δράσουν τηρώντας τα παραπάνω κριτήρια του νόμου και αποδεχόμενοι το αίτημα του ασθενούς. Η καταγραφή και ο έλεγχος των υποθέσεων ευθανασίας και ειδικότερα του έργου των ιατρών που συνδράμουν στην ευθανασία γίνεται από τοπικές επιτροπές, στις οποίες μετέχουν νομικοί, ιατροί και ειδικοί σε θέματα ηθικής. Σε περίπτωση που διαπιστωθούν αυθαίρετες ενέργειες του θεράποντος και του συνδράμοντος ιατρού, οι επιτροπές αυτές ενημερώνουν την εισαγγελική αρχή.
Είναι εμφανές, ότι ο ολλανδικός νόμος για τη νομιμοποίηση της ευθανασίας δεν ρυθμίζει την άσκηση ενός δικαιώματος του ασθενούς, ούτε καν συνιστά ένα ειδικό ποινικό νόμο που εκκινεί από την αναγνώριση ως επιτρεπτής μίας πράξης αυτοπροσβολής. Αντίθετα, έχει έντονα «ιατροκεντρικό» χαρακτήρα, καθώς ρυθμίζει εξαντλητικά την ποινική ευθύνη του θεράποντος ιατρού, απηχώντας και εκφράζοντας τις βασικές παραδεδεγμένες θέσεις του δημόσιου διαλόγου για την ευθανασία και τον εύλογο φόβο των πολιτών για τη δυνατότητα καταχρήσεων. Από την άλλη πλευρά, προάγει τη συνεργασία ιατρού και ασθενούς και αποφεύγει κάθε ρύθμιση που θα εμπεριείχε στοιχεία εκτίμησης της «αξίας» της ζωής από τρίτο μέρος.
Οι ενστάσεις των αντιτιθέμενων στην ευθανασία επικεντρώνονται -πέραν από την πατερναλιστική εκδοχή της υποχρέωσης «απόλυτης» προστασίας της ζωής- στη ρεαλιστική εκτίμηση για τις δυνατότητες κατάχρησης από συγγενείς, ιατρούς και νοσηλευτές, ακόμα και, εμμέσως, από την πλευρά ασφαλιστικών εταιρειών και ταμείων, που θα ασκούν ψυχολογική πίεση σε ασθενείς καταπονημένους αλλά και ευάλωτους σε προσωπικό και οικονομικό επίπεδο. Επίσης, επιμένουν στην πρόοδο της ιατρικής και της φαρμακευτικής που, με τη συνδρομή ίσως άλλων δυνάμεων, μπορούν να κάνουν θαύματα σε καταστάσεις που φαίνονταν απέλπιδες. Κυρίως, όμως, οι πολέμιοι της ευθανασίας, ιδίως δε της ενεργητικής ευθανασίας, αντιτάσσουν τις παρούσες δυνατότητες της ιατρικής, η οποία κρίνεται ως «ένα επάγγελμα με εγγενή ηθικό χαρακτήρα»[45], ως επιστήμη και νοσηλευτική πρακτική ικανή, να προσφέρει επαρκή φροντίδα απάλυνσης του πόνου («καταπραϋντική φροντίδα - «palliative care») και να περιθάλπει με επιμέλεια τους βαριά άρρωστους. Ορισμένοι δεν διακρίνουν μεταξύ παθητικής και ενεργητικής ευθανασίας, αποδίδοντας την ίδια απαξία και στις δύο μορφές, διότι, όπως έχει υποστηριχθεί, «όταν σκοπός μιας ιατρικής απόφασης είναι η επίσπευση του θανάτου, αυτό οπωσδήποτε κι εάν εκδηλώνεται έχει το ίδιο ουσιαστικό ηθικό και πρακτικό περιεχόμενο»[46].
Σε ό,τι αφορά τους, αναμφισβήτητα υπαρκτούς, κινδύνους κατάχρησης κρίνουμε ορθή τη θέση ότι η ισχυρότερη αποτρεπτική εγγύηση είναι «να καταστήσουμε διαφανείς τις ιατρικές αποφάσεις για το τέλος της ζωής». Αυτό σημαίνει «να εστιάσουμε στη συναίνεση [του ασθενούς], παρά στις έννοιες της αιτίας και της πρόθεσης που θεμελιώνουν την παραδοσιακή άποψη»[47] και να εξειδικευτούν στο νόμο οι ειδικές αντικειμενικές προϋποθέσεις και εγγυήσεις σχετικά με τη διαπίστωση της βαρύτητας της κατάστασης, με τη συνεργασία ιατρού και ασθενούς, περισσότερο δε ως προς το γνήσιο και σταθερό χαρακτήρα του αιτήματος του ασθενούς. Ο έλεγχος της πλήρωσης αυτών των προϋποθέσεων θα ήταν η αποκλειστική αποστολή και το έργο ενός συμβουλίου ή επιτροπής βιοηθικής που θα εμπλεκόταν εκ των υστέρων ή και μετά από την υποβολή του αιτήματος του ασθενούς, σε καμία δε περίπτωση δεν θα επιτρεπόταν να προβαίνει σε αξιολόγηση της «αξίας» της ζωής του προσώπου. Πράγματι, έστω, ότι ο εμπλεκόμενος ιατρός ή και το νοσηλευτικό ίδρυμα διαφωνούν ως προς τις προοπτικές της εξέλιξης της νόσου αλλά και το ανθρώπινο της μεταχείρισης επικαλούμενοι π.χ. πειραματική θεραπεία ή τη δυνατότητα παράτασης της ζωής με αγωγή παυσιπόνων ή ακόμα αμφιβάλλουν για την κρίση του ασθενή ως προς την ένταση των πόνων. Πρέπει να παραδεχθούμε ότι, πέραν από τις κοινές παραδοχές της ιατρικής και, ενδεχομένως, τη στατιστική καταγραφή περιπτώσεων, δεν υφίσταται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αντικειμενικό μέτρο ή κριτήριο επιμέτρησης του ουσιαστικά βάσιμου του αιτήματος του ασθενούς, ούτε επιστημονικό ούτε ηθικό-νομικό. Σύμφωνα με τη διατύπωση ενός πολέμιου της ευθανασίας, «δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος για τη μέτρηση ή κρίση των ισχυρισμών του ασθενούς ότι τα βάσανά του είναι ανυπόφορα»[48].
Εδώ το δικαίωμα στην ευθανασία αποκαλύπτεται στην «επικίνδυνη» συγγένειά του με ό,τι, κατά την παραδοσιακή θεώρηση, αντίκειται στο νομικό κανόνα και την ορθολογική νομική σκέψη. Περιεχόμενο της βούλησης του ασθενούς για αυτοπροσδιορισμό, το «έτσι θέλω», με την έννοια του μη αναγώγιμου «πονάω πολύ, δεν αντέχω άλλο», νομικό περιεχόμενό της το «έτσι εκφράζω τον εαυτό μου και την προσωπικότητά μου» με τη διακοπή της ιατρικής αγωγής ή και τον προσδιορισμό μιας νέας αγωγής αποκλειστικά προσανατολισμένης στο «θέλω» αυτό. Αποστολή αλλά και καταξίωση του δικαίου είναι η ειδική ρύθμιση του δικαιώματος, οπωσδήποτε με τη σαφή και πλήρη αναφορά στις αντικειμενικές προϋποθέσεις της άσκησής του, αλλά και με την κατοχύρωση της ελευθερίας του βαριά ασθενούς και του θνήσκοντος να επιλέγει το ευ θνήσκειν, όταν φρονεί ότι αυτή η επιλογή συνάδει με τις αντιλήψεις του για το ευ ζειν.
Επίλογος
Η προσωπικότητα και η αυτο-προσβολή
της νομικής υπόστασης του ατόμου
Ως μορφή αυτοπροσβολής και αυτοκαταστροφής η ευθανασία έχει κατ' αρχήν αρνητικό περιεχόμενο (διακοπή της υφιστάμενης θεραπείας ή της φαρμακευτικής αγωγής), μολονότι αυτό δεν συνεπάγεται την άρνησή της από το νόμο, καθώς πολλές μορφές αυτοπροσβολής είναι νόμιμες ακριβώς ως εκφάνσεις της προσωπικότητας του ατόμου. Ωστόσο, δεν πρόκειται απλά για μια ακραία περίπτωση αυτοπροσβολής που αντιστοιχεί σε δικαίωμα σε έναν αδιαφοροποίητο «θάνατο», αλλά για μια επιλογή διάθεσης της φυσικής-βιολογικής υπόστασης του ατόμου και προσδιορισμού της ιατρικής του αντιμετώπισης λόγω εξαιρετικών συνθηκών. Ειδικότερα, συνιστά ελευθερία επιλογής του τρόπου του θανάτου, επομένως από την άποψη αυτή είναι ένα θετικό δικαίωμα στην επιλογή του τρόπου ζωής, σύμφωνα με όσα ορίζει η προσωπικότητα του ασθενούς, καθώς μάλιστα εξειδικεύεται ως άρνηση στην αγωγή παράτασης της ζωής που χαρακτηρίζεται από πόνο ή έλλειψη συνείδησης. Μια τέτοια αγωγή θα συνιστούσε επίσης προσβολή της αξιοπρέπειας ως «εξαναγκασμός του ασθενούς να παραμείνει ζωντανός, ως ένα είδος «ιατρικού επιτεύγματος», ενάντια στη βούλησή του»[49]. Ο εξαναγκασμός προς το ζην και μάλιστα σε κατάσταση και τρόπο ζωής που κυριαρχείται από πόνο και πλήρη μηχανική και ιατρική εξάρτηση, εντέλει από απώλεια της ελευθερίας του πράττειν αντίκειται στην προστασία της αξίας του ανθρώπου ως αυτόνομου και αυτόβουλου ατόμου[50]. Ο ασθενής επιλέγει τη διάθεση του σώματός του με τη μορφή της ευθανασίας, επιδιώκοντας να το θέσει πλήρως υπό την εξουσία του, ώστε να μη μετατραπεί αμετάκλητα η βιολογική υπόστασή του σε εξάρτημα και «σώμα» μηχανημάτων και σκευασμάτων που ελέγχονται από τρίτους.
Όπως υποστηρίζει ο Ronald Dworkin «η ιδέα ενός καλού - θανάτου δεν εξαντλείται στο πως πεθαίνει κανείς - αλλά περιλαμβάνει και τον χρόνο επέλευσης (timing)»[51]. Ασφαλώς το δικαίωμα συνοδεύεται λογικά από και πρέπει να συνδεθεί, σε τυχόν νομοθετική ρύθμιση, με αυτονόητα σοβαρούς περιορισμούς στην άσκησή του, οι οποίοι απορρέουν τόσο από την υποχρέωση για την προστασία της ζωής όσο και από τα δικαιώματα τρίτων, λαμβάνουν δε την μορφή εγγυήσεων: α) για τη διαπίστωση του γνήσιου και αμετάβλητου της διαμόρφωσης και έκφρασης της βούλησης του ασθενούς και β) για την εξασφάλιση του πλέον πρόσφορου μέσου για την περάτωση της ευθανασίας[52].
Παρόλα αυτά, θα επιμείνουμε: η νομιμότητα της εκούσιας ευθανασίας δεν αναιρεί το χαρακτήρα της ως εκ των πραγμάτων μορφή αποχώρησης από την κοινότητα των νομικών υποκειμένων και καταστροφή της νομικής υπόστασης του ατόμου και της «ανθρώπινης» ιδιότητάς του. Αυτός ο νομικά οριακός χαρακτήρας του δικαιώματος στην ευθανασία και η θεμελίωσή της, οριακά, στη μη αναγώγιμη σε υπέρτατες αξίες βούληση και απόφαση του ατόμου - ασθενούς για τα ευ ζειν και ευ θνήσκειν αυτού, δικαιολογεί και απαιτεί τη νομική θεμελίωσή της κατεξοχήν στην ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας και ειδικότερα στο άρθρο 5 παρ. 1 Συντ., νοούμενη ως έλλειψη περιορισμών σε ό,τι αφορά τη φυσική και ψυχοσωματική ύπαρξη και δράση του ανθρώπου[53].
Η προσωπικότητα, ως «μετανομική έννοια»[54], δεν ταυτίζεται ή και υπερβαίνει, ενδεχομένως και στην περίπτωση της ευθανασίας, την έννοια του προσώπου, η οποία έχει ηθική γενεαλογία: η «προσωπικότητα» -όπως προκύπτει και από ορισμένα από τα δικαιώματα που την εξειδικεύουν», λ.χ. η σεξουαλική ελευθερία ή τα δικαιώματα στη μορφή και το όνομα- έχει κατά κύριο λόγο αισθητικό χαρακτήρα, καθώς αφορά τη διάθεση του σώματος, την εν γένει εξωτερίκευση και έκφρασή του και την πολύμορφη εμπειρική δραστηριότητα στην κοινωνική ζωή. Η ελευθερία της προσωπικότητας έχει περιεχόμενο που δεν μπορεί να τυποποιηθεί πλήρως νομικά, εξ ορισμού είναι πολύμορφη ή μάλλον «απειρόμορφη», αν μας επιτραπεί ο νεολογισμός. Είναι λοιπόν το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας ο κατεξοχήν δεσμός του Συντάγματος με το σώμα. ΄Αλλωστε, όπως υποστηρίζεται ορθά, «η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν είναι δυνατή χωρίς την αναγνώριση προσωπικής κυριαρχίας»[55]. Η ελευθερία της προσωπικότητας προβάλλει ως το θετικό νομικό έρεισμα για τη σωματική ελευθερία, τόσο ως ελευθερία κίνησης όσο και ως ελευθερία έκφρασης και αυτοδιάθεσης. Η εκούσια ευθανασία (όπως και η εκούσια άμβλωση) είναι πράγματι μια, έστω, οριακή εκδοχή της σωματικής ελευθερίας, όχι μόνο διότι το άτομο εμμένει στην αυτοδιάθεση του σώματος, ακόμα και με την καταστροφή του, αλλά και διότι ορίζει τη νομική ελευθερία (ίσως και έναντι του δικαίου) ως άρρηκτη με τη φυσική υπόσταση και τη «σωματικότητα» - εξωτερικότητα του νομικού υποκειμένου. Από την άποψη αυτή, ισχύει η θέση ότι η οντολογική ενότητα και η βιολογική αυθυπαρξία του ανθρώπου καθορίζει και τη νομική σύλληψή του ως αυτοτελούς υποκειμένου, χωρίς αυτό να οδηγεί στην ταύτιση της βιολογικής υπόστασης με την δικαιϊκή του σύλληψη ως υποκειμένου ή προσώπου[56].
Κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του ατόμου, το νομικό υποκείμενο πράττει όχι μόνον ως πρόσωπο αλλά και ως προσωπικότητα, ακόμα και σε αντιπαράθεση με την έννομη τάξη. Και, όταν του αντιτάσσεται ότι κάθε σχετική νομική ρύθμιση μοιραία θα καταδείξει ότι το σώμα μας κατοικείται, ήδη, από τους άλλους (οικείους, συγγενείς, κρατικούς αξιωματούχους) και την ίδια την ανθρωπότητα, σε οριακές περιπτώσεις, όπως η επιλογή της ευθανασίας, ο άνθρωπος αρνείται κάθε διαμεσολάβηση και απαιτεί για το σώμα του την παράσταση και εξωτερίκευση μόνον του εαυτού του.
http://tosyntagma.ant-sakkoulas.gr/theoria/item.php?id=625
χωρίς να θέλω να κάνω μάθημα σε κανέναν, πιστεύω ότι ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις ανάλογα με τον κώδικα ηθικής που φέρει.
Το αν θα πας έναν ηλικιωμένο ή έναν καρκινοπαθή όταν αρρωστήσει στο νοσοκομείο αποφασίζεις για την ευθανασία του ενδεχομένως (Το νοσοκομείο δεν θα θεραπεύσει τον καρκίνο αλλά πιθανώς θα του δώσει μιά παράταση ζωής)
Όταν αποφασίζεις με βάση 1 αμνιοπαρακέντηση να "πετάξεις" 1 έμβρυο γιατί έχει σύνδρομο down ή μεσογειακή αναιμία ή απλά γιατί έχει πολύδυμη η κύηση και τα μωρά μπορεί να είναι υγιή αλλά έτσι σε συμβούλευσαν για μια ανεπίπλεκτη εγγυμοσύνη βάση στατιστικών και αυτό μια μορφή ευθανασίας είναι.
Στο σχολείο είχαμε 1 καθηγητή που μας είχε πει την εξής ιστορία. Ήταν 1 πανεπιστημιακός που είχε γράψει σε ταμπέλα πάνω στην πόρτα του. "Η επιστήμη δεν έχει Θεό" και πήγε 1 φοιτητής και συμπλήρωσε από κάτω "Οι επιστήμονες όμως έχουν!"
Ένα μωρό είναι βάρος? Γιατί ένας άρρωστος άνθρωπος να είναι;
Στην άγρια φύση το άρρωστο ζώο τα υπόλοιπα υγιή ή το σκοτώνουν ή το εγκαταλείπουν στην τύχη του, Εμείς που θέλουμε να βαυκαλιζόμαστε ότι είμαστε καλύτεροι γιατί να προβάλουμε σαν πρόοδο το ότι γυρνάμε στην ζωώδη μας κατάσταση; και μάλιστα χωρίς να τίθεται θέμα προσωπικής επιβίωσης.
Ο καθένας μπορεί να πάει και να πέσει από 1 γκρεμό. Δεν χρειάζεται νόμο που να του λέει ότι επιτρέπεται. Αλλά από την άλλη δεν μπορείς να επιβάλεις με νόμο το σύστημα υγιείας να συνεπικουρήσει σ' αυτό.
(για την ιστορία η νομοθεσία προβλέπει την νόμιμη άρνηση του γυναικολόγου να τελέσει διακοπή κύησης για λόγους προσωπικής ηθικής με μόνη εξαίρεση την περίπτωση στην οποία απειλήται η ζωή της γυναίκας πχ εξωμήτριος κύηση)
υς από θέμα management η τάση είναι να αυξηθεί ο αριθμός των εξυπηρετούμενων ασθενών και να μειωθούν οι ημέρες νοσηλείας ανά κεφαλή.
Υπάρχει 1 ορισμένος αριθμός κρεββατιών σε ΜΕΘ. Δεν υπάρχει υπερπληθώρα έτσι ώστε να έχουμε συσσωρευόμενα περιστατικά με πανάκριβα νοσήλεια. Όσο για τα απλά κρεββάτια στις κλινικές για τον ανασφάλιστο είναι λιγότερο από 80 ευρώ την ημέρα, λιγότερο και από το μέσο ξενοδοχείο σήμερα που σου προσφέρει απλά ένα κρεββάτι όχι τις υπηρεσίας, τα φάρμακα, τις εξετάσεις που συμπεριλαμβάνει 1 νοσοκομείο σε αυτήν την τιμή.
Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει. Άτομα που αρρωσταίνουν σημαίνουν κόστος χωρίς απόσβεση για τα ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία προσπαθούν να αποποιηθούν αυτό το οικονομικό βάρος. (αυτός είναι ο λόγος που ιδιωτικές εταιρείες δεν ασφαλίζουν άτομα που δεν είναι υγιή). 1 ασφαλιστικό ταμείο το συμφέρει να τελειώνει γρήγορα 1 ασθενής και να γλυτώσει τα χρήματα από την υγειονομική περίθαλψη και τον μισθό/σύνταξη.
Για τις δε φαρμακευτικές εταιρείες που τροφοδοτούν τα νοσοκομεία... μην ανησυχείς.. τον έχουν τον τρόπο τους :)
Τεράστιο θέμα αν κρίνω και από το σχόλιο της Spark:)))))
Στην ίδια αμηχανία με φέρνει Αδαμαντία μου. Νομίζω ότι είναι δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να φύγει αν το επιθυμεί.. αν δε μπορεί όμως να επιλέξει πώς μπορούν να το κάνουν οι άλλοι γι' αυτόν; Σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκεται. Το ΑΝ θα μου στοίχειωνε τη ζωή!
Ας δούμε ένα παραδειγματάκι:
Έστω ότι ο σύζυγος έχει υποστεί βαρύ εγκεφαλικό και έχει μείνει φυτό. Η γυναίκα του συναινεί να του κάνουν ευθανασία για να γλιτώσει όλη αυτή την ταλαιπωρία (ο άντρας της, αλλά και η ίδια). Τα παιδιά έχουν ακόμα σοβαρές επιφυλάξεις οι οποίες όμως σιγά-σιγά αίρονται όταν η μαμά τα πληροφορεί ότι όσο ζει ο μπαμπάς, έτσι όπως ζει, δεν πρόκειται να πάρουν φράγκο από την κληρονομιά. Τα αδέρφια του ασθενούς επιθυμούν να κρατηθεί ο αδερφός τους στη ζωή πάση θυσία και για όσο υπάρχει ακόμα λάδι στο καντήλι του.
Η μια πλευρά (σύζυγος, παιδιά) καταβάλουν ένα σοβαρό ποσόν στον γιατρό για να κάνει ευθανασία στον ατυχή σύζυγο. Η άλλη πλευρά (αδέρφια) είναι διατεθειμένη να καταβάλει επίσης όσα χρήματα χρειαστούν για να κρατηθεί με τεχνητά μέσα ο αδερφός τους στη ζωή.
Ο γιατρός τι θα κάνει; Ποιας πλευράς την επιθυμία θα ασπαστεί και θα εκπληρώσει;
Απάντηση: Εκείνης με το πιο παχουλό φακελάκι!
Συμπέρασμα: Το ζήτημα της ευθανασίας και της νομιμοποίησής της ή όχι δεν θα το λύσουν, ούτε η επιθυμία των εμπλεκομένων, ούτε η νομοθεσία προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και φυσικά σε καμιά περίπτωση η ευσυνειδησία των γιατρών (η ποια;). Περιττό να πω ότι το τελευταίο που θα μετρήσει είναι η επιθυμία του υποψήφιου μακαρίτη. Για να του εκπληρώσουν την επιθυμία όλες οι άλλες πλευρές πρέπει να εξετάσουν τι τους συμφέρει καλύτερα. Αν έχει μοιράσει την περιουσία του πάει στο διάολο. Αλλά και πάλι αν έχει αδικήσει κάποιους; Υπογράφουν; Μπα... Αν δεν την έχει μοιράσει σιγά μην υπογράψει κανείς.
Ομηρικές μάχες προβλέπονται στους διαδρόμους των νοσοκομείων με τους γιατρούληδες να αναλαμβάνουν την επίλυση των διαφορών σύμφωνα με τη βαρύτητα (την οικονομική ντε) της κάθε υπόθεσης και πόση απ' αυτή τη βαρύτητα θα κάνει τη δική τους τσέπη να γέρνει.
Το μόνο, λοιπόν, που μπορεί να επιτρέψει την ευθανασία ή να την απαγορεύσει και εν πάση περιπτώσει να καθορίσει τα μελλούμενα, είναι ο τραπεζικός λογαριασμός εκείνου που ενδιαφέρεται να πεθάνει (ο ίδιος ή να πεθάνει κάποιον άλλο)...
Η Spark δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για σχόλια!Πάντως είναι πολύ ευαίσθητο ζήτημα και χωράει πολλή μεγάλη κουβέντα...
Ομολογώ ότι όλα αυτά που λες με προβληματίζουν κι εμένα. Τα έχω σκεφτεί πολλές φορές. Δεν είμαι υπέρ της ευθανασίας, όσο κι αν είναι λύτρωση σε πολλές περιπτώσεις. Αλλά και πάλι, ποιός μπορεί να πει με σιγουριά;... φιλιά Αδαμαντία μου!
..δε μπόρεσα να διαβάσω τα σχόλια της Spark:))))).. Αλλά σίγουρα είναι ένα θέμα που προκαλεί διλήμματα.. Αυτό που εμένα με ενοχλεί είναι όταν ο ίδιος ο ασθενής ζητά να τερματιστεί η ζωή του και αυτό δεν εισακούεται.
Νομίζω πως είναι δικαίωμά του καθένα να αποφασίζει όπως για τη ζωή..έτσι και για το θάνατο του..
Μπορώ να φανταστώ τη δύσκολη θέση του πατέρα της Ιταλίδας, σκληρές καταστάσεις.. Δεν μπορώ με τίποτα να τον κρίνω αρνητικά για την απόφαση του.. Προσωπικά πιο αρνητικοί μου φαίνονταν όσοι τον κατέκριναν.
Δεν είμαι σίγουρος να απαντήσω. Εκείνο μόνο που ίσως να πρέπει να λεχθεί είναι ότι οι αυτόχειρες έχουν τη 'δυνατότητα' να επιλέξουν το... δρόμο τους. Ένας ή μια ταλαιπωρημένη ύπαρξη που έχει επιλέξει αλλά δεν έχει τη 'δυνατότητα' να το πράξει στο κρεβάτι του πόνου, τι φοβερά στ' αλήθεια διλήμματα δημιουργούνται..
Άν και το άρθρο δίπλα είναι πολύ καλό, στέκομαι σε μια σκέψη.
Σε πια χρονική στιγμή κρίνεται αυτό?
Άν αφήσουμε τον άνθρωπο στα χέρια του Θεού, τότε γιατί χρησιμοποιούμε φάρμακα? Αν αφήνουμε τον ελευθερο άνθρωπο να αποφασίσει για την υπαρξή του, γιατί είμαστε δολοφόνοι?
Για μένα δεν υπάρχει ερώτημα, είναι αναφέρετο δικαιωμά τους να φύγουν με αξιοπρέπεια, και όπως θέλουν.Όλα τα ερωτήματα είναι πιο πολύ θεολογικά, και εξαρτάται το κατα πόσο πιστέυουμε στην έννοια της αμαρτίας και της κόλασης.
Δύσκολο θέμα, και να φτάσει κανείς μας να το σκεφετεί περισσότερο.
Καληνύχτα
Πολύ με έχει προβληματίσει κι εμένα αυτό το ζήτημα. Όπως πάντα υπάρχουν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ωραίο θέμα για συζήτηση από κοντά…
Αδαμαντία Καλημέρα. Τεράστιο θέμα όπως και τα σχόλια της SPark. Δεν είναι εύκολο να απαντηθεί και από κανέναν. Μόνο μια παράμετρο να θέσω γιατί παρεξηγείται, όπως φαίνεται και από την ΦΘΑ.
ΔΕΝ είναι θέμα του Ιατρού. Αν κάποιοι Ιατροί παρεξηγούν το ρόλο τους καλό είναι να συνέλθουν λίγο... ΕΙΝΑΙ θέμα της κοινωνίας και των θεσμών.
Η Ιατρική πράξη συνίσταται μόνο στην περίθαλψη και στην συνεπικουρία του αξιώματος της ζωής. Δλδ να βοηθήσουν τον ασθενή να ζήσει όσο μπορούν περισσότερο. Εκεί τελειώνει ο ρόλος τους. Η κοινωνία έρχεται κατόπιν και μέσω θεσμών αναφέρει το τι πρέπει να γίνει. Ανεξαρτήτως τι θέλουν η οικογένεια και οι αδελφοί, ένα κρεβάτι σε νοσοκομείο και ο τεχνολογικός εξοπλισμός είναι πολύτιμος για την κοινωνία για να σωθούν κλινικά ή εγκεφαλικά ζωντανοί άνθρωποι. Οι υποδομές επίσης είναι πολύτιμες. Η πολιτεία συχνά τι κάνει? Υπεκφεύγει του ρόλου και της ευθύνης που της αναλογή συχνά μέσω θρησκευτικών ηθικών σύγχυσης και μεταθέτει τις ευθύνες της στους Ιατρούς. Κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει έναν Ιατρό να κάνει ευθανασία και αν την κάνει κατά τη γνώμη μου ΔΕΝ είναι Ιατρική πράξη. Ο Ιατρός σε μια μη αναστρέψιμη κατάσταση σοβαρής νοσείας μπορεί απλά να απαλύνει τα συμπτώματα. Η πολιτεία είναι εκείνη που μπορεί αφού πάρει την απόφαση να ζητήσει από κάποιον Ιατρό να συνεπικουρήσει στην ευθανασία και πιστεύω πως είναι δικαίωμα του Ιατρού να αρνηθεί. Η πολιτεία δεν μπορεί να αυθαιρετεί. Τον πρώτο λόγο έχουν οι πρώτου βαθμού συγκενείς, εφόσον φυσικά εξεταστεί ότι οι σχέσεις τους πριν της νόσου ήταν αγαστές και δεν τον ξέκαναν κάποιον/α για την κληρονομιά του, ούτε και η πολιτεία να φάει κάναν κακομοίρη για τα όργανά του. Δλδ συνδυασμένη απόφαση πρώτου βαθμού συγγενών (αν δεν είναι σε θέση να επικοινωνήσει ο ασθενής πχ περίπτωση της Ιταλίδας) και πολιτείας. Την απόφαση όμως και ευθύνη η πολιτεία...
Πρώτ' απ όλα θα πω υγεία σε όλους !!! Είναι δύσκολο το θέμα .. ειδικά όταν δεν μπορεί ο ασθενής να πάρει την απόφαση .. πχ όταν βρίσκεται σε κώμα. Θα έλεγα "ναι" σε μακροχρόνια μη αναστρέψιμη κατάσταση .. αλλά μόνο ευ' όσων ο ίδιος το αποφασίσει. Τελικά είναι δικαίωμα του κάθε άνθρωπου.. Καλησπέρα.
Καλώς ή κακώς η ευθανασία έχει μετατραπεί απ το πολύ απλό προσωπικό θέμα του καθενός(γνώμη μου) σε παιχνίδι εμπορίας γιατρών,νοσοκομειων και εκκλησίας...
Ταυτίζονται οι απόψεις μας Αδαμαντάκι...Φιλί!
Σας ευχαριστώ όλους παρα πολύ για τα σχολιά σας και ιδιαίτερα τη σπαρκ που μας έδωσε τόσες πληροφορίες. Ομολογώ οτι είναι ένα πολύ δύσκολο θέμα και ίσως όχι για συζήτηση στα μπλογκς. Παρ΄όλα αυτά, έμαθα πολλά πράγματα απ' αυτή την ανάρτηση και εύχομαι πραγματικά να μη τύχει σε κανέναν να έρθει σε τέτοιο δίλημμα.
Ευχαριστώ πολύ όλους.
"The fundamental question about euthanasia: Whether it is a libertarian movement for human freedom and the right of choice, or an aggressive drive to exterminate the weak, the old, and the different, this question can now be answered. It is both." ... Richard Fenigsen, Dutch cardiologist
Aυτό ακριβώς πιστεύω κι εγώ!
Αμφιλεγόμενο ζήτημα!
Καλό βράδυ!
Αυτό ακριβώς
Δημοσίευση σχολίου