
¨
«Κοπιάστε να στολίσουμε της νύφης μας την πίτα,
της νύφης μας της ταπεινής και της καμαρωμένης,
που καμαρώνει τις αυγές κι ούλα τα μεσημέρια,
Ούλ’ η βδομάδα ειν’ του γαμπρού κι η Κυριακή της νύφης.»
Ο παπάς του χωριού, είχε πει κάποτε στη μαμά μου ότι ένα απ' τα πράγματα που μπορούσε να κάνει κάποιος για να σώσει τη ψυχή του και να πάει σίγουρα στον Παράδεισο, ήταν να βοηθήσει δύο ανθρώπους να παντρευτούν.
Αυτό ήταν. Από τότε της είχε γίνει έμμονη ιδέα να ζευγαρώσει όσους για κάποιο λόγο ατύχησαν και έφτασαν σε μεγάλη ηλικία χωρίς να έχουν γευθεί τις χαρές του κοινού βίου ή αυτούς που δεν ήθελαν να τελειώσουν τη ζωή μόνοι τους.
"Ασ' τους ανθρώπους ήσυχους ρε γυναίκα, αφού τη γλύτωσαν μέχρι τώρα, εσύ τι θές" έλεγε ο πατέρας μου αλλά μάταια. Εκείνη είχε βαλθεί να παντρέψει τη μισή Ελλάδα με την άλλη μισή.
Η πρώτη κρούση γινόταν πάντα στον γαμπρό. Διαχρονικά οι άντρες ήταν πιο δυσεύρετοι.
" Δεν ξέρετε για τι γυναίκα σας μιλάω Στρατηγέ μου. Νοικοκυρά, ηθική, του σπιτιού,όχι απ'αυτές τις παρδαλές."
Ο Στρατηγός βέβαια είχε συνταξιοδοτηθεί τουλάχιστον προ δεκαετίας και ήταν μια απ' τις σπάνιες περιπτώσεις χήρου, γιατί χωρισμένοι τότε δεν υπήρχαν.
Η υποψήφια, πάντα παιδική φίλη της μαμάς, συνήθως δεν είχε μεγάλες απαιτήσεις, μιά κι εκείνη την εποχή μια γυναίκα ανύπαντρη στα 50 δεν είχε και πολλές επιλογές αποκατάστασης.
Ετσι γινόταν η αρχική συμφωνία συνάντησης των δύο ατυχησάντων. Αυτή γινόταν πάντα στο σπίτι μας. Η καλύτερη μας εμένα και της αδελφής μου γιατί εκτός του ότι γλυτώναμε διάβασμα, μια και κανείς δεν ασχολιόταν μαζί μας, τρώγαμε καταπληκτικά φαγητά και όχι τον μέρα παρά μέρα σχεδόν τραχανά. Η μαμά, άριστη μαγείρισσα, ετοίμαζε ότι ήξερε και δεν ήξερε προς εντυπωσιασμό του υποψηφίου, λέγοντας βέβαια ότι τα έφτιαξε η νύφη! Ενα ψεμματάκι δεν πείραζε, μέχρι να καταλάβει την αλήθεια ο Στρατηγός είχαμε καιρό.
Πρώτη ερχόταν πάντα η δεσποινίς ετών 50+. Απαραίτητο κουτί σοκολατάκια. Ντυμένη στη τρίχα, μαλλιά κοκκαλωμένα από τρείς πόντους λακ, ταγιέρ και τακούνι, σεμνοτάτη. Τα γνωστά κοπλιμέντα σε μας, πώς μεγαλώσατε,τι όμορφα παιδάκια κλπ. Σεμνή στάση στον καναπέ και αμηχανία. Αν περνούσε η ώρα και ο υποψήφιος δεν είχε έρθει άρχιζε η κλάψα.
" Αχ, τη ξέρω εγώ τη μοίρα μου. Άστο βρε Δέσποινα, δεν είναι γραφτό μου, μόνη μου θα πεθάνω" φυσώντας τη μύτη με κεντημένο μαντηλάκι.
Όταν χτύπαγε όμως το κουδούνι, σκούπιζε δάκρυα και διόρθωνε το μακιγιάζ σε χρόνο μηδέν.
Οι άντρες ήταν πιο γαλαντόμοι κι έφερναν πάντα πάστες. Αμυγδάλου και νουγκατίνες μισές μισές. Ένας κάποτε για να προλάβει το λεωφορείο υπό καταρρακτώδη βροχή, τις πήρε παραμάσχαλα κι όταν τις ανοίξαμε ήταν μια άμορφη μάζα γλυκού,νερού και χαρτονιού!
Σ'αυτή τη φάση της διαδικασίας τα παιδιά έπρεπε να φύγουν. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί.Εννοείται ότι κρυφακούγαμε και μόνο μια φορά μας ανακάλυψαν γιατί γελάσαμε δυνατά.
Συστάσεις, η συνήθης ανάλυση του καιρού από όλους και μετά σιωπή. Κι εκεί άρχιζε το μεγαλείο του ταλέντου της μαμάς. Μιά φαινομενικά ακατάσχετη φλυαρία που όμως περιελάμβανε όλες τις πληροφορίες που ήθελε ο ένας να μάθει για τον άλλον!
"Θυμάσαι βρε Κατίνα μου όταν είμασταν παιδιά που το σπίτι σας ήταν δίπλα στο δικό μας κι ο μπαμπάς σου ,Θεος σχωρέστον,δήμαρχος του χωριού μεγάλος ευεργέτης ε με τα λεφτά που είχατε φυσικό ήταν, και μετά στην Αθήνα τι φουστάνια έχεις ράψει καλέ, εσύ αν ήθελες θα έραβες και τη Βασίλισσα τόσο που πιάνουν τα χέρια σου, αλλά δεν είχες ανάγκη, άσε πια εκείνα τα φαγητά σου, μακάρι να ήξερα κι εγω να μαγειρεύω έτσι σε ζηλεύω, τυχερά τα παιδιά της αδελφής σου εμ γιά να μεγαλώσεις αυτά τα παιδιά δεν παντρεύτηκες, ούτε βγήκες ούτε χάρηκες και τίποτα σαν κοπέλλα, αλλά ο Θεός είναι μεγάλος Κατίνα μου κι ανταμείβει τους ηθικούς ανθρώπους. Να, κι ο Στρατηγος απ΄όταν πέθανε η γυναίκα του, Θεός σχωρέστη, κλείστηκε κι αυτός μέσα και του λέμε πήγαινε κάπου να χαρείς κι εσύ με τόσα λεφτά που έχεις κρίμα είναι, κι είναι και τόσο κουβαρντάς άνθρωπος, αλλά αν δεν έχεις μιά συντροφιά.."
Ακολουθούσε πλουσιοπάροχο δείπνο. Μια φορά μας λέει ένας μετά το τέλος του φαγητού:
"Ευχαριστώ πάρα πολύ, χρόνια είχα να φάω τόσο καλά".
"Κι εμείς", είπαμε αυθόρμητα με την αδελφή μου και οι δύο μαζί!!
Ισως γι'αυτο δεν μας άφηναν να είμασταν συνέχεια παρούσες.
Μετά έφευγαν ένας ένας.Αυτός που έμενε έλεγε τις πρώτες εντυπώσεις και μετά η συνέχεια ανήκε στους ίδιους.
Πολλά απ' αυτά τα προξενιά είχαν καταλήξει σε γάμο, πάντα με κουμπάρα τη μαμά και παρανυφάκια εμάς, δύο μάλιστα πρόλαβαν και χώρισαν!! Θεωρούμε δε τη μέχρι τώρα μεγαλύτερη επιτυχία το γάμο μιας εξαδέλφης της ετών 72, με κοτσωνάτο κύριο, που παραλίγο να παρεξηγηθεί δια βίου όταν ο μπαμπάς μου είχε πει "το παιδί θα το βαφτίσω εγώ δεν το συζητώ" και παραλίγο να μη μας καλέσουν ούτε στο γάμο!
Η καλύτερη σκηνή τέλους ήταν όταν κάποτε ο γαμπρός 82 χρονών, περπατούσε και μιλούσε με δυσκολία ενώ του έτρεχαν σάλια απο παντού. Η κυρία ήταν μια χαρα,γύρω στα 65, όμορφη μπορώ να πω. Ρωτάει λοιπόν η μαμά όλο αγωνία τον παππού:
"Πώς σας φάνηκε?"
"Ορίστεε??" (ήταν και τελειώς κουφός)
"Πώς σας φάνηκε, λέω" (δυνατά)
"Καλή, βρε Δέσποινα...αλλά μεγάλη!!!"
Kι ο πάντα ετοιμόλογος μπαμπάς:
"Η κόρη μου πώς σας φαίνεται?"